Πόσο κρατάει το πολύ; Δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ.
Υποθέτω πως δεν καθορίζει η διάρκεια το μέγεθος.
Ένας έρωτας που δεν κράτησε πολύ, δεν σημαίνει πως δεν ήταν μεγάλος.
Δεν βρήκε χώρο ν΄ απλωθεί ή απλά φοβήθηκε και χάθηκε.
Όμως υπήρξε... και υπάρχουν τουλάχιστον δύο άνθρωποι που το επιβεβαιώνουν.
Ότι υπάρχει είναι πλούτος, μα ότι χάνεται είναι θησαυρός.
Ο έρωτας που δεν υπάρχει πια, είναι ένας θησαυρός που χάθηκε στη θάλασσα. Η θάλασσα! Σαν τη γυναίκα. Απρόβλεπτη, μισητή κι αγαπημένη. Η ομορφιά της κατάρα! Άνθρωποι, πλοία, άνεμοι, μετεωρίτες τη χαϊδεύουν, την τραγουδούν, τη φοβούνται, τη λερώνουν, την αγαπούν, τη βιάζουν, μα στο τέλος πάντα μόνη!
Όσο απέραντη τόσο μόνη!
Με κάποιο τρόπο μαγική. Γόησσα κι αγύρτισσα, που έπεισε τους πάντες πως είναι γαλάζια. Την ονομάζουν γαλάζια, τη ζωγραφίζουν γαλάζια. Κι εκείνη γελάει.
Γελάει και θυμώνει σχεδόν ταυτόχρονα, δροσίζει χωρίς να ξεδιψάει. Σου σφραγίζει το μυαλό και δεν τη ξεχνάς ποτέ, πως ν΄ αφεθείς όμως στην αγκαλιά της; Θα χαθείς....
Με τρομάζει από μικρή μα διάλεξα να ζω κοντά της.
Μου είναι απαραίτητη... κι εγώ της είμαι. Με θέλει για να τη φοβάμαι και να τη θαυμάζω. Δεν της αρέσει να είναι αυτή, ο καθρέφτης του ουρανού κι έτσι ο δικός της καθρέφτης είναι τα μάτια μου.
Στο φόβο μου βλέπει τη δύναμη της και καμαρώνει, φουσκώνουν τα κύματα της από την έπαρση!
Φοράω το καλύτερο μου άρωμα πριν πάω να τη δω, μου αρέσει που μπερδεύεται με την αρμύρα της. Κι εκείνη το λατρεύει... και τότε θέλουμε να βρεθούμε πιο κοντά... επικίνδυνα κοντά!
Ανεβαίνω σε ένα βράχο και στεκόμαστε η μία απέναντι στην άλλη σε μια σιωπηλή αναμέτρηση. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως είμαι πιο δυνατή, μα την επόμενη κιόλας με έχει παραλύσει κι έτσι μέχρι τώρα, δεν νίκησε καμία. Υποχωρώ εγώ, ψιθυρίζω "... Όχι ακόμα..." και κάνω ένα βήμα πίσω. Κάθομαι στο βράχο, αναστατωμένη. Κλείνω τα μάτια μου, περιμένοντας... και τότε το κάνει!
Από τη βαθύτερη της άβυσσο, σηκώνει ένα παγερό αεράκι, το ταξιδεύει με τα κύματα της προς εμένα, σαν χάδι! Πάντοτε τις στιγμές που ο ήλιος καίει, μια αδιόρατα παγερή αύρα με κυκλώνει, με ανατριχιάζει και μένω ναρκωμένη να αντιλαμβάνομαι μόνο τη διαφορετικότητα της, και ν΄ ακούω τον παφλασμό των κυμάτων, συγχρονισμένο πια, με το χτύπο της καρδιάς μου.
Αυτή όμως έχει ένα σκοπό που το κάνει... παρασέρνει τα πάντα από μέσα μου... τα πάντα! Και τα κάνει να γλιστράνε και να βουλιάζουν στην αγκαλιά της. Έτσι μπορεί και τα ξέρει όλα για μένα, κρύβει τα μυστικά μου και τα χαμένα μου.
Φεύγω μη μπορώντας να θυμηθώ το λόγο που βρίσκομαι εκεί. Ξέρω όμως, πως όλα θα μου τα φυλάξει καλά κι αν ποτέ μείνω χωρίς τίποτα, θα με οδηγήσει αυτή... στους θησαυρούς μου! Που κείτονται στο βυθό της, δεμένοι με χρυσαφένιες κατάρες, από ανθρώπους που κάναμε ευχές αντί για... πραγματικότητες.
Η μόνη ευχή που κάνω πια, είναι να βρίσκω μια αφορμή να υποχωρώ. Σα να έβαλα ένα στοίχημα που θέλω απεγνωσμένα να το χάσω, κι ας στοιχίσει. Θα μπορούσε όμως....
Saturday, March 3, 2007
Ήταν δυο γυναίκες, τη μία τη λέγαν Θάλασσα...
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment