Saturday, December 20, 2008

Μη ξεχνάς, συχνά, να ξεχνάς...

Καλύτερα να μη χρησιμοποιούνται παλιά ονόματα... που έχουν χάσει τη δυναμή τους....
Μου είπανε στο κάλεσμα πως.. " εξαντλημένοι κραδασμοί" δε πρέπει πια να ανανεώνονται... απλά καμιά φορά.... ρίχνεις πίσω μια ματιά για να ξεχάσεις... να μη καταδικάζεις οτιδήποτε σε αυτό που ήξερες πως είναι, κι έπειτα κοιτάς μπροστά να δεις αυτό που γίνεται... και αυτό το λένε... εξέλιξη! Και έτσι είναι!



Monday, June 11, 2007

C' est la... femme... chercher la... vie!

Πατώ με το ΄να μου πόδι στη γή και με το άλλο στο νερό. Ο αέρας φυσάει γύρω μου κι εγώ φτιαγμένη από φωτιά... που όμοια με την φωτιά μπορώ να δώσω ζωντάνια ή να καταστρέψω.
Αυτό είναι το μυστικό του να είσαι γυναίκα. Ως γυναίκα όμως, δεν ακολουθώ τη φύση μου, ούτε ζωή δίνω ούτε καταστρέφω... μόνο περιμένω. Περιμένω μια αγκαλιά αρσενική και δεν εννοώ μόνο στο παρουσιαστικό αλλά και στη ψυχή! Μια αγκαλιά γενναία να τυλιχτεί γύρω μου κοιτώντας με στα μάτια. Μέχρι τότε θα αναλλώνομαι στη φλόγα μου και συνήθως θα αντέχω, μια δυο φορές θα εκραγώ, δεν έχει σημασία.
Φυσικά και είναι πολύπλοκο! Τι νόμιζαν; Δεν είναι απλό να μπορείς... ν΄ αγαπάς! Δύσκολο είναι αλλά μόνο έτσι γεμίζεις...
Δεν το καταλαβαίνουν όσοι λούζονται με απόνερα. Όσοι ζουν σήμερα με το φόβο του χθές για το αύριο!
Απεύχονται! Θέλουν... αλλά δεν μπορούν να διαχειριστούν τα συναισθηματικά ζητήματα... Δεν είναι οι μόνοι, τους συντροφεύει όλη η ανθρωπότητα. Το μεγαλύτερο μέρος του παγκοσμίου θεάτρου καθώς και τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας λογοτεχνίας προσπαθούν να διαπραγματευτούν ακριβώς αυτό! Τη τέχνη όμως αν δεν την σπρώχνει ένας ψυχαναγκασμός δεν είναι αυθόρμητη, δεν είναι αληθινή. Ορισμένοι από αυτούς που κάνουν ωραία τέχνη, κρύβονται πίσω από τα φουστάνια της, για να διαλλαλήσουν αυτό που δεν μπορούν να γίνουν, δείχνουν στους άλλους δρόμους που οι ίδιοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν και κάτω από τη φαινομενική τους αυτοπεποίθηση κρύβεται μια τεράστια ανεπάρκεια. Από το φόβο...
Φοβόμαστε να πληγωθούμε, όπως φοβόμαστε να ζήσουμε. Η καθησυχαστική υπεροψία του εγώ θα ζήσω για πάντα, θα φτάσω στους προορισμούς μου χωρίς να χρειαστεί να πάρω μέρος στο επικίνδυνο αυτό ταξίδι και φυσικά θα βρώ την ευτυχία χωρίς να κοπιάσω επειδή μου ανήκει, μου αξίζει και μου ανήκει. Για την ευτυχία δεν ξέρω, αλλά για ό,τι μας αξίζει... λέω πως θα το πάρουμε στο τέλος.
Ποιοί είναι όλοι αυτοί που έκαναν τη ζωή μου να μοιάζει με γαλλικό μικροαστικό μυθιστόρημα; Η μαντάμ ντε.. κάτι! Πως τους άφησα; Πως τους αφήνω;
Δεν τους ξεχνώ μα ούτε τους θυμάμαι! Δεν υποτάσσομαι στο παραλυτικό αναπόφευκτο που πλέκουν οι φοβίες. Θα ήθελα όμως να μπορώ να υποταχτώ σ΄ έναν δυνατό αγέρα!
"Θέλω να φυσάει δυνατά", είπα. "Να φυσάει για πάντα". Για πάντα... υπερβολική και υπερβολικά ανέτοιμη.
Να φυσάει όμως... η απόλυτη ανακούφιση... η μόνη ανακούφιση.
Να δροσίζει τις πληγές, να φέρνει σκουπιδάκια στα μάτια, αυτή τη φαιδρή δικαιολογία για τα δάκρυα, που δεν τη χρειάζομαι άλλο.
Να φυσήξει από μακρυά και να έρθει σε εμένα. Να του ομολογήσω την επιλογή, την ανάγκη και το πόσο πολύ... φύσηξε και δεν πρόλαβα, όπως ποτέ δεν προλαβαίνω.
Απρόσμενα έφτασε σαν παρωχυμένη προσδοκία που παραλίγο... παραλίγο να φέρει χαρά. Μου έκοψε τα λόγια... προσπάθησα πιο δυνατά, μα ο σαρωτικός του ψίθυρος σκέπασε τις κραυγές μου. Έμεινε μια ζοφερή ηχώ, μια μουντζούρα με πνιγμένα γιατί, που έχουν ξεπεράσει το στόχο τους προ πολλού, μας έχουν ξεπεράσει προ πολλού.
Και φυσάει... κι εγώ τραβιέμαι μακρυά του μα μένω ξοπίσω του. Αέρας είναι και είναι γύρω μου... με φέρει και μ΄ επιδεικνύει με το δαχτυλό του και δικαιώνει τα πάντα εναντίον μου. Πλέκει ιδιότροπα, αισχρά αστεία, με σκοπό να τακτοποιεί τα ενδεχόμενα σε γνωστές περιπτώσεις. Κάνει αναφορές σε τσιτάτα και εκφράσεις από αυτές που αγοράζονται στις εκπτώσεις και καταλαγιάζουν τις συναισθηματικές ανησυχίες, και βρίσκουν τρόπους διαφυγής απο τα αδιέξοδα που καταστρώνει ο Μέγας - νούς.
Σαν όλους τους σιγουρατζήδες και ο αέρας γίνεται μανιακός των αδιεξόδων και τα βλέπει παντού. Και φυσικά είναι τρομερά και απίστευτα αδιέξοδα που θα έπρεπε εξ' αρχής να αποφύγουμε να εμπλακούμε σε αυτά. Αδιέξοδα που... για φαντάσου... δεν οδηγούν πουθενά. Απολύτως πουθενά και πάμε παραπέρα...
Δημιουργεί έτσι κάποιο φαντασματικό βάθος που δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μικρό τέχνασμα της προοπτικής, ίσα για να χρειαστεί να πάει παραπέρα... να ξαναβρεί τη μεγαλοπρεπή του θέση στο σύμπαν!
Δεν είμαι ψωροπερήφανη, τους αφήνω αυτή την ικανοποίηση!
Τους αφήνω να κρατήσουν αυτές τις τελματωμένες εικόνες της παραλληρηματικής οπτικής που ευτυχώς, παρόλο που κινδύνεψα, με κανέναν τρόπο δεν έκανα δικές μου. Τι κι αν κάποιοι τις υπέγραψαν με το όνομα μου, δεν χάλασε κι ο κόσμος! Έχω κι εγώ ταλέντο...
"Κανείς δεν άξιζε τα δακρυά μου... κι αυτός που θα τα αξίζει δεν θα με κάνει ποτέ να κλάψω". Τι νόστιμο... σιγουρατζίδικο!
Μόνο που καμιά φορά... ο αέρας, με σπρώχνει στις εστίες του πόνου, για να βλέπω, να εξετάζω και να επανεξετάζω εμβρόντητη τις ταχυδακτυλουργικές, κατά προσέγγιση αλήθειες. Και βλέπω χτυπήματα που φέρνουν κι άλλα χτυπήματα για να μη μου λείψουν, να έχω για καιρό! Και για να μη χαίρομαι που μπήκα στο δρόμο της ίασης, με βιάζει για να εγκυμονώ ξυράφια, αγκάθια και ό,τι μπορεί να κάνει τις πληγές λίγο πιο βαθιές, ως ότου όλα να πεθάνουν μες στο δρόμο. Το ψυχορράγημα έδειχνε πάντα τόσο γραφικό!!!
Και όλα του... πεθαμένα, ψευδή και εσφαλμένα, φυλαγμένα από τη λύπη για να τα φορώ, να διδαχτώ!
Να διδαχτώ; ... αυτά που έχω υπογράψει με τη ζωή μου; Εντάξει λοιπόν...
Εντελώς παράλογα δε με ενοχλεί.
Επιμένω να θέλω να φυσάει, να τυλίγομαι στις φλόγες, στις απάτες και στις αυταπάτες.
Δεν είναι πως δεν καταλαβαίνω, είναι που δε με νοιάζει. Είναι που η ουσία ήταν πάντα το ζητούμενο για μένα κι ας μου τη σερβίρανε πάντοτε με φρίκες και οδύνες. Θα εξακαλουθώ να την επιλέγω.
Την ουσία, την για τους πολλούς περιττή, αυτή που πέφτει πρώτη... και πέφτω στη μέση του δρόμου και κοιμάμαι.
Κι όταν ξυπνώ υποκρίνομαι πως ακόμα κοιμάμαι, προσπαθώντας να ανασυνθέσω τα όνειρα μήπως ο χρόνος μπερδευτεί κι όχι ο άερας. Ο χρόνος που δεν αποκάλυψε ποτέ κανένα μυστικό του. Που μας δίνεται μα δεν μας αναλογεί, που τον μετράμε μα δεν τον υπολογίζουμε!
Σαν το λίγο χρόνο που ήθελα για να γίνει ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Όμως εγκαταλείφθηκε σαν ποίημα εκπεφρασμένο και ανέκφραστο.
Σαν τους στίχους που την τελευταία στιγμή έχασαν το δρόμο για τη μουσική τους.
Φυσάει ακόμα ωστόσο... και με κερνάει ένα φιλί με γεύση από Κάντιο και σταφύλι.
Και για το τέλος μου χαρίζει μια αγκαλιά που αφήνει αίσθηση... λίγο καλύτερη από λιθοβολισμό.
Με ξεγελάει ο άερας και φεύγει ψιθυρίζωντας τα λόγια ενός τραγουδιού που λέει:

"Μ΄ ένα δίχρωμο φιλί που γελάει
σε ξεγέλασα μικρή μου..."
Ένιωσα πάνω μου τα χείλη που έφεραν το σκοπό αυτό στο δρόμο μου και είπα:

"Δε θα διαφωνήσω, με ξεγέλασες είναι αλήθεια... για λίγο μόνο.
Το πλήρωσες ταυτόχρονα... ξεγελάστηκες για πάντα."

Άκουγα τη μουσική να χάνεται στο βάθος και με έπιασαν γέλια ώσπου έπεσε ο αέρας...
η νύχτα έπεσε και το φεγγάρι στάθηκε από πάνω μου.
Εγώ ακίνητη, ξαπλωμένη μέσα στο δρόμο. Αυτό ακίνητο κρεμασμένο στον ουρανό.
Δεν ξέρω αν έφυγα ψηλά ή αν αυτό χαμήλωσε τόσο, αλλά βρεθήκαμε τόσο κοντά που μας χώριζε κάτι ελάχιστο από το τίποτα. Κοιταζόμασταν και κρύβαμε ένα πονηρό χαμόγελο στην άκρη των ματιών μας, από αυτά που δεν διαχειρίζονται εύκολα οι άνθρωποι. Απο αυτά που κρύβουν τη φράση "Τι θα κάνω εγώ με σένα", εννοώντας "εν δυνάμει... τα πάντα".
Το χάζευα, σαν μαγεμένη, με ολόκληρο το κορμί μου μουδιασμένο και χίλιες και μια σκέψεις να χορεύουν στο κεφάλι μου.
Σε μια στιγμή το ρώτησα:
" Υπάρχει η ευτυχία;"
" Όχι."
"Άν απλά δεν την είδες;"
"Εσύ; Εσυ την είδες;"
" Όχι δεν συστηθήκαμε ποτέ, ούτε τυχαία!"
" Δεν υπάρχει ευτυχία κοριτσάκι, στιγμές μόνο... στιγμές που πεισματικά διαφεύγουν."
"Κι από αυτούς που πάνε παραπέρα;"
"Ειδικά από αυτούς... και παραπέρα το ίδιο γίνεται. Δεν είναι τυχαίο...Σίσσυφος!"
" Πόσες στιγμές μπορούν να κάνουν μια πραγματική ευτυχία."
" Κανείς δεν τολμά να πεί... μη...μη δε μπορείς!"
" Δύο στιγμές... μήπως έξι στιγμές;"
"Ό,τι κι αν πείς δεν ξέρεις τι λές. Αν έχεις ίχνος λογικής δεν θα ψάξεις αυτό που δεν υπάρχει. Μα κι αν υπήρχε και το έβρισκες τί θα το έκανες μόνη σου;"
"Τι μένει τότε;"
"Οι άνθρωποι... αυτοί δεν είναι αόριστες έννοιες. Φοβάσαι όπως όλοι, λίγο τον άλλον και πολύ την εικόνα σου στα μάτια του.
Μια αντανάκλαση φοβάσαι, την ίδια που όλοι φοβούνται και αυτό είναι όλο. Εκεί όμως που πονάς... μόνο εκεί θα βρείς αυτά που ζητάς."

Εγώ ακίνητη, ξαπλωμένη μες το δρόμο κι αυτό ακίνητο κρεμασμένο στον ουρανό. Δεν ξέρω αν πέταξα ή αν έπεσα. Κοιταζόμασταν βαθιά στα μάτια με λύπη και κατανόηση. Ήταν ο μάρτυρας των αυθεντικότερων στιγμών μου, των αρωματισμένων με μια ιδέα "ευτυχίας". Όπως τότε που έκανε πρεμιέρα στο καινούριο χρόνο βγαίνοντας φιλάρεσκα στον ουρανό μέρα μεσημέρι... και μείναμε μάγοι και επιστήμονες να το χαζεύουμε θαμπωμένοι, χωρίς καμία ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτα...
Όπως και τότε που με βρήκε το βράδυ να τραγουδάω και στα μαλλιά μου είχα βροχή και μυρωδιά από πευκοέλατα, στα μάτια μου την πιο λαμπρή ομίχλη, στα αυτιά μου χίλιες μελωδίες και... κι έπειτα όλοι οι ήχοι έγιναν τεράστιοι, κι ο πανικός... κεραυνοβόλος!

"Δεν αλλάζει ποτέ, δεν ωφελεί να ξημερώνει, πεθαίνεις και πονάω.."
Ο μάρτυράς μου κούνησε το κεφάλι σε μια ένδειξη διαφωνίας και χωρίς κανένα δισταγμό κύλησε στη τροχιά του και δεν τον έβλεπα πια.
"Πάει και το φεγγάρι... το έχασα κι αυτό!"

Τρυφερά και αλλόκοτα ο χρόνος μου χάϊδεψε τα μαλλιά... με γέρασε λιγάκι και είπε:
"Μη παραπονιέσαι και το φεγγάρι σε έχασε. Ό,τι χάνουμε μας χάνει..."
"Δεν είναι που νοιάζομαι... είναι που θα μπορούσα να το κοιτώ ώσπου να μου πέσουν τα μάτια..."
"Δεν θ΄ άξιζε να τα χάσεις για μια εικόνα."
"Δεν θα ήταν εικόνα, θα ήταν δράση... αυτό είναι που εγώ λέω ουσία."
Ο αέρας ξανάρθε κουβαλώντας στροβιλιζόμενα άνθη από ζωγραφισμένες μπουκαμβίλιες που για χάρη μου ξερίζωσε. Τον ευχαρίστησα μ΄ ένα φιλί για αντίο ή καληνύχτα.
Ύστερα μπερδεύτηκα για λίγο... νόμισα πως όλα είχανε γίνει παρόν, έτσι όπως θα έπρεπε πάντα να είναι... μα όταν κοίταξα γύρω μου δεν υπήρχε κανείς. Έφυγε και ο χρόνος.. ή ποτέ δεν ήρθε!
Ήμουν μόνη κι έτσι έμεινα να περιμένω το πρωί.
Μόλις ξημέρωσε... δεν υπήρχα πια...
Φυσούσε όμως...δυνατά!

Friday, May 18, 2007

Sui generis!

Τι να πώ τώρα, συγγνώμη;
Δεν μετανιώνω! Όμως λυπάμαι. Λυπάμαι που δεν συγχρονίζομαι με την πραγματικότητα σας παρά ελάχιστα, ίσα το απαραίτητο για να περιέχομαι στο κόσμο. Τη συνειδητοποιώ λίγο πρίν ή αρκετά αργότερα. Και στις δυο περιπτώσεις, πολύ αργά! Το λίγο πρίν όταν συμβαίνει, είναι ειρωνικό, γιατί ίσα που δεν προλαβαίνεις!
Τα εχω δεί όλα να συμβαίνουν σε ευρωπαϊκές ταινίες. Η ζωή δεν είναι φιλμάκι, έτσι; Μου διαφεύγει εννίοτε!
Να υποθέσω πως η πραγματικότητα είναι η ουσιαστική αλήθεια όλων των αποτελεσμάτων όπου οι αφορμές και οι αιτίες δεν έχουν καμμία σημασία. Κι αν κάποιες φήμες αιτιών επικρατήσουν θα είναι μόνο επειδή είναι βολικές ή ακούγονται ωραία και αξίζουν ως φιλολογικά συμπεράσματα.
Να ουρλιάξω μια στιγμή και επιστρέφω...........................................................!!!!!!!!!!!!!
Μπορώ να συνηθίσω και να αποδεχτώ πολλά, γιατί διαθέτω προσαρμοστικότητα στους ανθρώπους, στο περιβάλλον, στη θερμοκρασία ως και στον χρόνο με τον οποίο δεν έχω και τις καλύτερες των σχέσεων! Συνηθίζω και αποδέχομαι αλλά δεν τα καταλαβαίνω όλα και ορισμένα δεν θα τα καταλάβω ποτέ ως φαίνεται.
Πως γίνεται άνθρωποι που έχουν μοιραστεί κάποιο όνειρο ή έρωτα ή ό,τιδήποτε τέλοσπάντων, να έρχεται μια μέρα και να τους βρίσκει πιο ξένους κι από αυτούς που ακόμα δεν γνωρίστηκαν και πως αυτή η προσποίηση να διαρκέσει για πάντα και για ποιό λόγο; Αδιαφορώ αν αυτό κάνουν οι άνθρωποι, δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουν. Γιατί να μη μπορούν να πάνε σινεμά;
Μετά απο αυτή την ερώτηση έπεσε βαθιά σιωπή. Το γιατί το κατάλαβα μετά, όταν η πραγματικότητα εκείνης της στιγμής τοποθετήθηκε στο παρελθόν. Μόνο έτσι μπορούν να προχωρούν οι άνθρωποι όταν είναι αποφασισμένοι να προχωρήσουν με πείσμα και δύναμη!
Bravo Milord! ... γιαυτό σ΄ αγάπησα εσένα! Κατόπιν θυμήθηκα και δυο τρείς ακόμα λόγους και έπειτα τους ξέχασα όλους μαζί γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι που προχωρούν.
Πως όμως, να γνωρίσω κάποιον αποφεύγοντας τη σκέψη ότι μια μέρα ενδέχεται να γίνει πιο ξένος από τώρα που δεν τον ξέρω καθόλου, ενώ αν επιλέξω να μήν τον γνωρίσω τον καθιστώ ίσως για πάντα εν δυνάμει γνωστό.
Ποιόν να παρακαλέσω να με εξαιρέσει από το πείραμα αυτό; Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι καλό δείγμα, ούτε καν αντιπροσωπευτικό κακού δείγματος δεν είμαι. Ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να βαδίσω σε δρόμους αντίθετους με την κοινή πραγματικότητα και είμαι τόσο ανυποψίαστη και χωρίς καμία δικαιολογία που μάλλον ηλίθια πρέπει να είμαι... λες και κουβαλώ τη βλακεία ενός παιδιού, που την πάω δεν ξέρω!
Μοιάζω να κινούμαι ανάλογα με τις εποχές. Πράξεις παρακινημένες από τη διάθεση της στιγμής και του καιρού. Διαθέτω λογική... γιατί την φανερώνω σπάνια, δεν ξέρω! Όταν μάθω θα σας πώ. Γελάκια, χαρούλες και ένας φαινομενικά ελαφρός τρόπος για να κρύβεται η θλίψη που εκδήλωνα με δάκρυα, μελαγχολία και παραφορά. Γαμώ τη παραφορά μου μέσα! Κάποιοι θα θυμούνται, ε! λοιπόν, αυτό ήταν όλο το κακό και το μυστήριο. Τα γιατί είναι θολά αλλά αυτό είναι δική μου αγωνία. Και πως να πείσεις τον άλλον πως αυτό που από μακρυά μοιάζει με φτερό στον άνεμο δεν είναι. Γιατί να θελήσει κάποιος να τρέξει δίπλα στον άνεμο για να το πιάσει και να το διαπιστώσει. Ακόμα κι αν θελήσει ίσως να μη μπορεί.
Υπερεκτιμώ συχνά τις δυνατότητες των άλλων και όταν αγαπώ δεν βρίσκω ψεγάδι, μαντέψτε με τι έρχομαι αντιμέτωπη αμέσως μετά, με την πραγματικότητα. Θα ήταν ευκολότερα αν εισχωρούσα και εγώ μέσα σ΄ αυτή και γινόμουνα ένα μ΄ αυτή και με εσάς. Θα το ήθελα... όχι πολύ όμως, όχι στα αλήθεια.
Είναι σαν να περπατώ ανάμεσα σε δυο συστάδες δέντρων. Τα δέντρα στα αριστερά μου έχουν πράσινα φύλλα και στα δεξιά μου κόκκινα. Καμιά σειρά δεν είναι εξαιρετική, η ομορφιά της καθεμιανής αναδεικνύεται από την ύπαρξη της άλλης. Πως να διαλέξεις κάτι που είναι όμορφο εξαιτίας κάποιου άλλου. Και με τι καρδιά να ισοπεδώσεις αυτό το δίλλημα στην πραγματικότητα, θα μετατραπεί σε στεγνό διχασμό!
Σας θαυμάζω και σας ζηλεύω που είστε τόσο δυνατοί, τόσο ανατριχιαστικά πραγματικοί μες τη πραγματικότητα σας, τόσο ακλόνητοι! Καθορίζετε τα πάντα, από την τροχιά των άστρων μέχρι και το χαρακτήρα των συνανθρώπων σας, με απίστευτη γεωμετρική φαντασία και μαθηματική ακρίβεια, και κοιμάστε τυλιγμένοι στην έπαρση.
Υπάρχουν φορές που για να κάνεις λάθος χρειάζεται διπλή και τριπλή δύναμη, λές σε κάποιον "Μείνε.." και είναι σαν να ζητάς δροσιά ενώ κρυώνεις. Εγώ κράτω την έξαρση μου πάει πιό πολύ!
Ενδεχομένως να κάνω λάθος. Ενδεχομένως και να ψεύδομαι. Ενδεχομένως η πραγματικότητα σας να είναι το απόλυτο σωστό. Στη μη πραγματικότητα μου όμως μιλάμε στ΄ αλήθεια όταν δεν κινούνται τα χείλη. Και άν δεν χαμηλώνατε το βλέμμα θα προσέχατε πως σας κοιτώ κατευθείαν στα μάτια. Μπορώ και σας κοιτώ στα μάτια. Δεν έχω καβούκι να κλειστώ γιατί δεν έχω τίτλο να υπερασπίσω, ούτε κάν ψεύτικο.
Δε θα ξεχάσω ούτε τις αντιφάσεις στις οποίες πέφτω και θα χρησιμοποιήσω μια για να κλείσω. Πρίν κάποιο καιρό, πολύ ή λίγο, ένα λατρευτό ποίημα του Μπόρχες με έπεισε να κρατηθώ μακρυά από τις ευχές, ωστόσο θα κάνω μια τελευταία... ή προτελευταία!
Εύχομαι... Suerte! Αλλά όσο λιγότερη τόσο το καλύτερο για όλους.

Sunday, May 13, 2007

Μη φοβηθείς την Ευτυχία!


Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα έβαλε το γαλάζιο της φουστάνι και κατέβηκε στη θάλασσα. Έπαιζε τις σκέψεις της γιαλό γιαλό, ώσπου έφτασε στο βράχο που της άρεσε να κάθεται. Χαιρέτησε μ΄ενα νεύμα τη θάλασσα, δεν την είχε πια ανάγκη. Παρέα από συνήθεια θα τη χαρακτήριζε ωστόσο ευχάριστη. Τα κύματα δεν μπορούσαν πια να την αγκαλιάσουν... καθάρισε μ΄αυτά!
Έβγαλε απο τη τσάντα το καπνό της και έστριψε ένα τσιγάρο.
Όταν κάποιος έβγαινε από τη ζωή της άλλαζε τη μάρκα των τσιγάρων της, ασυναίσθητα. Αυτή τη φορά δεν το έκανε. Το παρατήρησε κάποιος κοντινός της και τη ρώτησε γιατί. "Δε ξέρω, του απάντησε, μου αρέσει αυτός ο καπνός". Κούνησε το κεφάλι του με ένα περίεργο χαμόγελο και της πέταξε, " Δεν υπήρξες ποτέ μαζί του γιαυτό". Κάτι πήγε να του πεί άλλα το μετάνιωσε. Το καταλάβαινε αυτό, της φάνηκε λάθος εν μέρει... και σωστό.
Κάποιος άλλος, παντελώς άγνωστος, τη ρώτησε γιατί είναι λυπημένη.
"Μια χαρά είμαι", του είπε απότομα κι αυτός την αποχαιρέτησε με τη φράση "Μην αφιερώνεσαι!".
Ανοιχτό βιβλίο οι άνθρωποι, σκέφτηκε, όλοι καταλαβαίνουν όλους. Εκτός κι αν νοιάζονται με ένα τρόπο. Τότε έρχεται το απόλυτο σκοτάδι. Μοιάζουμε με τους αρχαίους χρησμούς που έχουν τη τάση να ξεγελούν όποιον τους πλησιάζει με ενδιαφέρον. Δεν ξέρεις ποτέ τι πρέπει να κάνεις με τις διφορούμενες έννοιες, αν αυτά που ακούς πρέπει να τα πάρεις κατά γράμμα ή να τα λαβαίνεις με αντίθετο τρόπο.
Είχαν υπάρξει μαζί, όταν μοιραστήκανε γεύσεις, ιδέες, εικόνες, γνώση και έμπνευση. Υπήρξαν μαζί όταν ενώθηκαν τα κορμιά τους και για ελάχιστες στιγμές... οι ψυχές τους.
Δεν υπήρξαν ποτέ μαζί όταν ο καθένας τους δοκίμαζε τον εαυτό του και τον άλλον. Δεν υπήρξαν όταν δεν τα κατάφεραν να επικοινωνήσουν από άγνοια, επειδή δυσχεραίνει η λύση όταν δεν γνωρίζεις το πρόβλημα. Ψάχνωντας στα τυφλά να βρείς τι φταίει, κινδυνεύεις να βρεθείς εκτός θέματος. Το να κρύβεις αυτό που αληθινά συμβαίνει δεν διαφέρει και πολύ από το ψέμα, και είναι κάτι που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι στις σχέσεις τους. Χαμογέλασε γιατί αυτό ήταν μια μικρή κακία. Ήταν και η απόδειξη ωστόσο, για τις προθέσεις του καθενός. Εκεί που το μυαλό πρωτοστέκεται αυθόρμητα. Να επιβεβαιώσεις ή να διαψεύσεις ότι δεν πήγες στο φεγγάρι, δεν γίνεται. Ότι δεν ήθελες να πάς και ούτε κάν το σκέφτηκες, ακόμα χειρότερα. Είναι άλλο να μην ονομάζεις τα πράγματα και άλλο είναι να μην τα αναγνωριζεις!
Δεν λυπόταν για αυτά που έχασε, αλλά για αυτά που δεν πρόλαβε να δώσει.
Τα δώρα της αγάπης αν τα έχεις και τα κρατάς, σου καίνε τα χέρια!
Ίσως τα χρειαστεί αργότερα, σημασία έχει πως υπάρχουν. Θυμάται τότε που ήταν παγωμένη και φοβόταν πως δεν θα μπορέσει να αισθανθεί. Τότε που κάτι με το χρόνο δεν πήγαινε καλά. Ήταν μια περίοδο ανησυχίας και αναστάτωσης, εκκρεμούσαν όλα για μιαν απάντηση, ήθελε να καταλάβει τις ατέλειες της ζωής, γιατί συμβαίνουν τα συμβαίνοντα. Δεν καιγόταν για κάποιον συγκεκριμένα, μα για όλους γενικά. Παγιδευμένη από τις συνθήκες. Αιωρούταν και όλα αιωρούνταν γύρω της. Στην παραμικρή ιδέα συναισθήματος ένιωθε πως θα εκραγεί. Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν κι άλλο, έπαιρνε εκείνα τα ροζ χαπάκια που προσκαλούσαν τον ύπνο, όταν κι αυτός ξεχνούσε να πάει σ΄ εκείνη. Αφηνόταν να την πάρει από την πραγματικότητα και να τη ρίξει στη κίνηση. Την πήγαινε σε θάλασσες, σε σπηλιές και σε έναστρους ουρανούς. Έβλεπε γαλάζιες φωτιές και άκουγε εκρήξεις. Έπειτα την πήγε σε εκείνον. Κι όταν ξύπνησε και τον είδε να είναι ακόμα εκεί τότε άρχισε να κοιμάται εύκολα. Αιωρούταν και αυτό ήταν θλίψη. Έφτασε μια μέρα όπου ένας καταυγασμός τα έσπρωξε όλα να πάρουν τη σωστή τους θέση στο χώρο και στο χρόνο και αυτή πάτησε απαλά στο έδαφος. Στα πρώτα κιόλας βήματα βρήκε την τέλεια τεχνητή λίμνη που της άρμοζε να υποδεχτεί μια τέτοια θλίψη, και τη πέταξε με δύναμη από ψηλά. Όλα πήγαν καλά... και όλα χάθηκαν. Στη λίμνη τον ίδιο καιρό γλίστρισε και η αγάπη. Τίποτα δεν σώθηκε.
Το έκανε δύσκολο, αυτή που συνήθως τα άφηνε όλα εύκολα. Η αλήθεια της όμως, της υπέδειξε να δώσει μια μάχη. Έτσι κι έκανε, πάλεψε χωρίς φόβο και χωρίς εγωϊσμό. Προκειμένου να κατευθυνθεί προς την ευτυχία ήταν πολύ πιθανό να πέσει πάνω στη δυστυχία, κατοικούν στο ίδιο μέρος αυτές οι δυο. Ήταν αποφασισμένη να ρισκάρει κι έτρεξε με ορμή κατά πάνω τους και με κλειστά τα μάτια.
Έχασε... είχε βρεί τη δύναμη όμως να μη προτιμήσει το ασφαλές παγκάκι όπου η ζωή απλά περνάει. Αν δίνεις τη μάχη σου συνηδειτά ακόμη και η ήττα φέρνει χαρά, σκληρή και αληθινή χαρά. Δε μετανιώνει γιατί μπορεί να λέει πως έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια.
Έφερε στο μυαλό της την ώρα του αποχαιρετισμού, την τελευταία φορά που τον είδε. Τότε κατάλαβε τι είχε και τι δεν είχε, τι υποτίμησε και τι δε μπόρεσε να υποτιμήσει και ηρέμησε. Απαλά όπως βρέθηκαν χάθηκαν μα δε πειράζει, αυτό που εκείνος φοβήθηκε δεν υπήρχε.
Αυτό της θύμισε το πιάνο, το μόνο όργανο που χτυπάνε τις χορδές τόσο βίαια και τόσο βαθειά μέσα του, αυτή η οδύνη, η βία και το πάθος βγάζουν αυτή την μουσική που έχει γεύση από αίμα και έρωτα.
Ισως τελικά να αγαπάει τη ζωή πιο πολύ από ότι νόμιζε. Δεν είναι δυνατόν να σε πονάει κάτι για το οποίο αδιαφορείς. Μπορεί κατά βάθος να είναι ερωτευμένη και με τη ζωή.
Σηκώθηκε να φύγει, σκόνταψε σε ένα μαύρο βότσαλο που γυάλιζε στον ήλιο. Το έτριψε για λίγο ανάμεσα στα δάχτυλά της κι ένιωσε τη καυτή υγρασία της πέτρας. Πέταξε το βότσαλο πίσω της... δεν δίστασε στο πειρασμό να ρίξει μια ματιά.
Στο τέλος έρχεται ο χρόνος που επιβεβαιώνει τα πάντα και θα έρθει ο χρόνος όπου ο καθένας μας θα πάρει ό,τι του αξίζει και τι θα είναι αυτό, ποτέ δεν ξέρεις...

Wednesday, March 7, 2007

Ειναι ωραία να ζείς... γαμώ τη ζωή!

Περιτριγυρισμένη από τον κόσμο...αχ! αυτό πάντα μεγάλωνε το άγχος μου. Μακάρι να μην τους έβλεπα! Αυθόρμητα "θόλωσα" το βλέμμα μου για να μη τους προσέχω. Όμως οι σκιές τους να κινούνται τόσο γρήγορα ήταν... Θεέ μου, χειρότερο. Επιπλέον με τσούζανε τα μάτια μου! Δεν άντεχα! Αναγκάστηκα να τους κοιτάξω. Αυτό όμως μου έδωσε μια ιδέα, κι αν συγκεντρωνόμουν επάνω τους; Άρχισα λοιπόν, να τους κοιτώ πολύ πολύ προσεκτικά... ενδιαφέρον! Μαύρο, πράσινο, καφέ, ζακέτα, παντελόνι, πορτοκαλί, πέδιλα, τσαντάκι, ροζ, παλτό, κασκόλ... τόσα ρούχα να κινούνται γύρω μου! Σαν αδέξιος χορός κατά μήκος του πεζόδρομου. Τι καλά! Ενθουσιάστηκα! Απόκτησα μια ουδετερότητα. Βρήκα μια μέθοδο να ξεφεύγω από το φόβο και τη θλίψη. Μ΄ έπιασε κάτι σαν... σαν κέφι! Έχω τέτοιες κρίσεις χαράς, νομίζω έμφυτες, μόνο που δεν κρατάν πολύ, τους λείπει... δύναμη! Ωστόσο, ήμουν ξετρελαμένη, μπορεί να υπάρξει χαρά όταν στέκομαι ανάμεσα σε τόσο κόσμο, σαν απλός θεατής, εκμηδενίζομαι...
Τι ώρα να ΄χει πάει; Δεν φορώ ρολόι, με αγχώνει και μ΄ ενοχλεί η αίσθησή του στο χέρι μου. Μια φορά είχα αγοράσει ένα ρολόι που μου άρεσε πολύ, ελβετικό, έπαιζε μια απαλή μουσική. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήταν ότι οι δείκτες του πήγαιναν ανάποδα. Είχε την ιδιότητα να βρίσκει την ώρα αν τύχαινε να σταματήσει και έφτανε να πατήσεις ένα κουμπάκι για να αρχίσουν οι δείκτες σαν τρελοί να τρέχουν ανάποδα, μετά από λίγους κύκλους έβρισκαν την ώρα και συνέχιζαν τη πορεία τους όπως γίνεται με όλα τα ρολόγια του κόσμου. Το λάτρεψα! Αλλά δεν το φόρεσα ποτέ! Το κρατούσα και το χάζευα, το έκανα να πηγαίνει ανάποδα για ώρες, μετά το ξέχασα σε ένα συρτάρι... και φυσικά, δεν είναι το μόνο που λάτρεψα και ξέχασα... τι ώρα έχει πάει;
Μου ήταν δυσάρεστο να φύγω αλλά έπρεπε, κόντευε να νυχτώσει. Γύρισα σπίτι, έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισα κοντά στο παράθυρο. Κοίταξα τον ουρανό. Με έπιανε πάντα δέος αυτήν την ώρα, που η μέρα συναντά τη νύχτα και δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα. Αυτή η στιγμή, έχει απόκοσμη όψη, όμορφη! Αλλά, δεν υπάρχει αρκετό οξυγόνο, λες και το ρουφάει η θνησιγενής νύχτα και δεν επαρκεί για όλους. Πολλοί αναπνέουν, εγώ όμως όχι! Πρέπει να είμαι σε διαρκή κίνηση για να μπορώ να αναπνέω. Κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελα πολύ ένα αυτοκίνητο, θα ταξίδευα όλο το βράδυ και όλα καλά! Θα έπρεπε όμως να μάθω να οδηγώ... σιχαίνομαι αυτού του είδους τις ταλαιπωρίες, πως κάποιοι διασκεδάζουν οδηγώντας πφ!
Κάθε μέρα, σε κάθε τέλος της, γίνομαι... pacman. Το φάντασμα που τρέχει διαρκώς και τρώει! Εγώ είμαι το φάντασμα που τρέχει για να αναπνέει. Με πιάνει τρομερό άγχος, μέχρι να νυχτώσει βαθιά, μετά... όλα καλά! Όλα ξαναγίνονται όπως πριν! Αναπλέω! Τελειώνουν οι ώρες της ασφυξίας και του πνιγμού.
Πέφτω εξαντλημένη στο κρεβάτι μου και συγχαίρω τον εαυτό μου… Μπράβο που τα κατάφερες κι απόψε, δηλαδή που τα κατάφερα… Μπράβο! Απόψε όμως παραδόξως, δεν μπορούσα να ισχυριστώ πως δε νιώθω καλά. Κοιτούσα τις παλάμες μου, από στιγμή σε στιγμή θα άρχιζαν να ιδρώνουν… τίποτα! Έριξα μια ματιά στον ουρανό και είδα πως ήταν η ώρα μου… Έτρεξα στον καθρέφτη, κοιτούσα το στήθος μου περιμένοντας να αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει… μάταιο! Κοίταξα διστακτικά το πρόσωπό μου, η όψη μου συνήθως ήταν... κι όμως όχι, τώρα ήταν καλή! Παράξενο! Πολύ παράξενο! Δεν μπορώ να φανταστώ πως συνέβη!
Αλλά είχα ήδη αποφασίσει να μη σκέφτομαι γιατί κανείς δεν μπορεί να σκέφτεται. Σκεφτόμαστε μάλλον, ό,τι θέλει το μυαλό μας, δεν νομίζω πως το ελέγχουμε. Το τι σκεφτόμαστε εννοώ, το ελέγχουμε; Μη το σκέφτεσαι! γίνεται; Το μυαλό ξεχειλίζει από σκέψεις και παθαίνει ναυτία. Εγώ υποφέρω από αυτή, όχι το μυαλό μου! Πώς μπορείς να μη σκέφτεσαι;
Αν γίνεται, γιατί τότε εφευρίσκουμε τρόπους για να το μπερδέψουμε; Μέτρα προβατάκια… ένα προβατάκι, δύο προβατάκια, τρία προβατάκια... να ξεγελάς έναν εχθρό που κρύβεται στο κεφάλι σου, έναν βασανιστή που σου μοιάζει! Κανείς δε μπορεί να σκέφτεται... κι όλες αυτές οι σκέψεις… οι ανώφελες αυτές σκέψεις, με τυλίγουν σα φίδια και με εμποδίζουν να προχωρήσω τη ζωή μου με κάποιο τρόπο… με οποιοδήποτε τρόπο!
Πολλοί το παθαίνουν αυτό, αφοπλίζονται από τις σκέψεις τους, αλλά το ξεπερνούν ή γιατί δεν τους νοιάζει ή ίσως να ξεχνούν τι σκέφτηκαν. Τυχεροί!
Τυχερή! που σήμερα είμαι καλά εννοώ... όλα καλά!
Ξύπνησα το πρωί με μια έντονη ενόχληση στο στομάχι. Σαν απομεινάρι κάποιου στομαχικού ιλίγγου. Ήθελα πολύ ένα τσάι, έδειχνε δύσκολο να πάω μέχρι τη κουζίνα. Το να αντέξω όμως αυτή τη δυσφορία ήταν δυσκολότερο κι έτσι, σηκώθηκα. Γιατί ήμουν έτσι; Μπορεί να είδα κάποιο δυσάρεστο όνειρο, αν και δεν θυμόμουν τίποτα. Κοιμήθηκα πολύ βαθιά. Κενό, σκοτάδι, άβυσσος. Ναι! Είχα βουλιάξει σε μια μαύρη άβυσσο, σχεδόν είχα πεθάνει. Όταν πεθαίνεις δεν ονειρεύεσαι. Όταν τελικά ζεις, μόλις ξυπνάς, δεν σε πειράζει... που πέθανες, μόνο που δεν θυμάσαι τι ονειρεύτηκες.
Το έχω σκεφτεί! Όχι δεν θα ήθελα πραγματικά να πεθάνω, μου αρέσει η ζωή κι ας μη την καταλαβαίνω. Ούτως ή άλλως, ό,τι πραγματικά μου αρέσει... δεν το αντέχω και πολύ! Και φυσικά ό,τι δεν μου αρέσει , δεν το αντέχω καθόλου. Αυτό όμως δεν με ενοχλεί, το βρίσκω απλό, έχει μια λογική. Ακόμα κι αυτά που αρέσουν, κουράζουν κάποτε. Ακόμη κι όταν αποκτήσεις αυτά που σου αρέσουν, αυτομάτως θα πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο που ενδεχομένως σου αρέσει, για να έχεις κάτι ωραίο να περιμένεις. Αλλιώτικα, θα χαθείς μες την ασχήμια! Όλα θα πρέπει να έχουν λογική! Εννοώ, μια λογική μέσω της οποίας μπορώ να νιώσω ότι μια σκέψη έχει σημείο αναφοράς κάτι πραγματικό, κάτι που μπορώ να δω. Ακόμα και το παράλογο, κρύβει μέσα του τη λογική και τα δυο προκύπτουν από το "λόγο" και φυσικά για κάποιο λόγο συμβαίνει αυτό. Ακόμη και η φρεναπάτη, δε μπορεί παρά να αποτελεί συστατικό της λογικής, γιατί μέσα της κρύβεις ότι σε μπερδεύει ή σε πονάει, σε βοηθάει να μη τρελαθείς!
Νομίζω πως θα κλάψω από τα γέλια!
Ο πονοκέφαλος πήρε τη θέση του ιλίγγου μου. Ανακουφιστικός πόνος, πιο οικείος! Θα πάρω ένα παυσίπονο και θα ντυθώ να πάω μια βόλτα. Φυσάει τόσο πολύ σήμερα!
Τρελαίνομαι για τον δυνατό αέρα, μου αρέσει να φοράω μακριά, φαρδιά φούστα κι όταν βγαίνω έξω να ανεμίζει γύρω μου... ντύνομαι κάτι από ...αέρα! Άρχισα να ψάχνω χαρούμενη στα ρούχα μου για να βρω τι θα φορέσω. Κάπου είχα αφήσει το κουτί με την υπέροχη ιατρική ανακάλυψη, την παρακεταμόλη! Α! θυμήθηκα! το είχα αφήσει στο κομοδίνο μου δίπλα σε μια φωτογραφία, την οποία και έχω κατεβασμένη για να μην αναγκάζομαι να τη κοιτάζω. Τη σηκώνει κάθε τόσο η Λουκία όταν ξεσκονίζει, μα εγώ τη ξανακατεβάζω... δεν θέλω να τη βλέπω, δεν είμαι όμως έτοιμη και να τη μαζέψω ή να τη πετάξω. Τη τοποθετώ στην άκρη του κομοδίνου, βάζω κι ένα βιβλίο από πάνω να μη φαίνεται, ελπίζοντας πως κάποια μέρα εκεί που θα ξεσκονίζει θα τη σπάσει κατά λάθος και θα απαλλαγώ από αυτήν. Κι ενώ η Λουκία δεν φημίζεται για τη ¨δεξιότητά¨ της, τόσες και τόσες ζημιές εκεί μέσα, αυτή τη ζημιά δεν την κατάφερε ως τώρα, σαν να το κάνει επίτηδες! Μπήκα στον πειρασμό να της γράψω ένα σημείωμα..."σε παρακαλώ, σπάσε τάχα κατά λάθος τη φωτογραφία στο κομοδίνο μου...» αλλά με κοιτά παράξενα έτσι κι αλλιώς και προτιμώ να αποφύγω το διαπεραστικό Βουλγάρικο βλέμμα της. Κάποιοι άνθρωποι κάνουν τόσες πολλές και αδιάκριτες ερωτήσεις, μόνο με τα μάτια!
Πάνε τώρα τέσσερα χρόνια που την έχω να με βοηθάει στο σπίτι, είναι γεμάτη ενέργεια, με κουράζει με κάποιο τρόπο. Δεν την αντιπαθώ αλλά αυτό το βλέμμα της με ενοχλεί και χαζογελάει από αμηχανία όλη την ώρα. Επιδιώκω να λείπω όταν έρχεται, νομίζω πως ούτε αυτή με αντιπαθεί, απλώς της φαίνομαι περίεργη, παράξενη, ποιος ξέρει; Πάντως νιώθει άβολα και το δείχνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που μας αρέσουν και άλλοι που δεν μας αρέσουν. Τι να γίνει... και κάποιοι μας αρέσουν περισσότερο από άλλους...
Αν κάποιος γνώριζε δυο ανθρώπους που του αρέσανε, αλλά ο πρώτος του άρεσε περισσότερο από τον δεύτερο, αναρωτιέμαι, είναι κάποιου είδους συμβιβασμός να αρκείτε σε λιγότερη ευχαρίστηση ή μήπως το παρόν συναίσθημα έχει μια δυναμική που εξουδετερώνει το προηγούμενο; Μήπως υπάρχει κάποιο "ανικανοποίητο"; Δεν εννοώ το ανικανοποίητο περί δημιουργίας και γνώσης, αυτό μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για υπέροχα πράγματα, φτάνει να μη διστάζεις, όπως εγώ, να πειραματίζεσαι με αυτά που σε ερεθίζουν, που σε ενεργοποιούν κάπως! Το ανικανοποίητο όμως στις προσωπικές σχέσεις φέρνει μια... ιδέα δυστυχίας! Είναι εγωισμός ή ανάγκη μας, να αισθάνεται ο άλλος, ό,τι αισθανόμαστε κι εμείς γι' αυτόν; Ίσως τελικά να είναι ανάγκη, για να ισορροπήσει κάπως η ζυγαριά της αλήθειας που έχουν κατασκευάσει μαζί. Γιατί, δεν είμαι σίγουρη για τη φιλία, αλλά στις περιοχές του έρωτα μόνο για κατασκευασμένη αλήθεια μπορούμε να μιλάμε. Και πως να ξέρεις τι νιώθει ο άλλος αν δε στο πει, όχι πως αυτό φέρει εγγυήσεις, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θέλει να πει την αλήθεια, τη γνωρίζει; Βέβαια αν μια αλήθεια της παρούσας στιγμής δεν ειπωθεί ποτέ, θα είναι και σα να μην υπήρξε ποτέ! Τουλάχιστον για τον έναν από τους δύο.
Αυτό φέρνει μια ευκολία και για αυτόν που το αισθάνεται, αν κάτι δεν ειπωθεί, όταν θα αλλάξει, δεν θα προβληματίζει όσον αφορά τη σημαντικότητά του, αφού κανείς δεν έμαθε πως υπήρξε. Δεν προσπαθείς να εξαφανίσεις κάτι αόρατο! Κάποτε, στην αγκαλιά κάποιου, κάποια… ανόητη ανάγκη με έκανε να αποκαλύψω μια τέτοια λέξη. Κι η λέξη γλίστρησε απαλά και χάθηκε μέσα στη στιγμούλα που τυχαία περνούσε!
Δεν ήταν λέξη της αγάπης αλλά ήταν κοντινή, ωστόσο δεν πόνεσε… τουλάχιστον δεν έχει πονέσει ακόμα.
Προσωπικά βρίσκω σημαντικό και όμορφο, όταν είμαι με κάποιον να μη θέλω να βρίσκομαι πουθενά αλλού και να μη θέλω να δω κανέναν άλλον εκείνη τη στιγμή. Όταν αυτό συμβαίνει... τότε ναι, αυτός ο κάποιος μου αρέσει πολύ! Δε ψάχνω περισσότερα.
Όπως δεν πιστεύω πως οι άνθρωποι αγαπιούνται μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος! Βαρύγδουπη φράση κι απατηλή. Ακόμα κι όταν μνημονεύεις παλιές αγάπες ή φιλίες, δεν ξέρω κατά πόσο οι ενθυμήσεις αφορούν το άλλο άτομο, συνηθίζεται να θυμάσαι το πως εσύ ήσουν μέσα σε αυτή τη σχέση, άρα μάλλον κάποια όψη του εαυτού σου που λείπει σε αποκαρδιώνει. Επομένως η περισσότερη από την αγάπη που νιώθεις δεν ανήκει στον άλλον, αλλά σε εσένα εξαιτίας κάποιου άλλου.
Δεν μου κάνει εντύπωση που η σκέψη μου χορεύει μεταξύ έρωτα και θανάτου. Και στις δυο αυτές συνθήκες παύεις να υπάρχεις. Είναι σαν δυο αδέρφια που ενώ δε μοιάζουν στην όψη και τη συμπεριφορά, έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Το ένα σε πονάει επειδή είναι προσωρινό και ευμετάβλητο και το άλλο πονάει επειδή είναι μόνιμο και αμετάκλητο. Ο έρωτας μετά το πέρασμά του, σου επιστρέφει το σώμα σου, παγωμένο σαν του νεκρού, και δεν στο επιστρέφει από γενναιοδωρία ή από ήττα, αλλά από καθαρή διαστροφή. Επειδή είσαι ακόμη ζωντανός, κι αυτό σημαίνει πως βρίσκεσαι ακόμη σε θέση να νιώσεις όλον αυτόν το πόνο! Το δεύτερο, ο θάνατος, τα παίρνει όλα και για πάντα. Φαντάζει γλυκύτερος γιατί σαν πεθάνεις δεν νιώθεις το πόνο. Αλλά και η μόνη αιωνιότητα που οι άνθρωποι μπορούν να ισχυριστούν ότι θα κερδίσουν είναι αυτή.
Ο θάνατος τους, θα κρατήσει για πάντα! Και δεν υπάρχει, ούτε και θα υπάρξει τρόπος να το διαπραγματευτούν!
Και ίσως αυτό να είναι το μόνο θέλημα του Θεού! Τι άλλο μπορεί να θέλει ο Θεός; Σπίτια, σπίτια πολλά, όταν ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υποφέρουν και δεν έχουν που να μείνουν, υπάρχουν αναρίθμητοι "Οίκοι των Θεών" εκκλησίες, παγόδες και δε ξέρω κι εγώ τι άλλο, οι οποίοι είναι χρήσιμοι για πανηγυράκια. Και δεν σκέφτομαι καθόλου το κέρδος και ποιοι το εκμεταλλεύονται. Άλλα αν ο Θεός έπλασε τη φύση, η φύση είναι από μόνη της το καλύτερο μέρος για εκδηλώσεις, όπως η γαμήλια τελετή ή ακόμα και η κηδεία. Σε τι ακριβώς διαφέρει το πού λέγεται ο Λόγος του Θεού; Από την άλλη πώς εγκαταλείπει αυτά τα οποία ευλόγησε, αν συνέζευξε δυο ανθρώπους πως επιτρέπει σε έναν τρίτο να τους χωρίσει ή στη καλύτερη των περιπτώσεων, παρά τις ευλογίες του, μετά από λίγο να μην ανέχεται ο ένας τον άλλον. Ανοησίες! Θεϊκές ανοησίες! Κάπου κάπου θυμάμαι τη γιαγιά μου, που μου έλεγε ..."Αν έχεις πίστη, όλα γίνονται..." φυσικά και όλα γίνονται, όχι με τον τρόπο που θα έπρεπε όμως!
Φυσάει τόσο πολύ σήμερα... βιάζομαι να βρεθώ έξω.
Κατέβηκα από το διαμέρισμα και πήγα στο τραμ κι άρχισα να περπατώ παράλληλα με τις γραμμές του. Θέλω να κλάψω από την σκληρή ομορφιά που με διαπερνάει αυτή τη στιγμή, θέλω να κλάψω από ευγνωμοσύνη... κι από παράπονο! Πόσο περίεργο είναι αυτό που συμβαίνει; Συγκινούμαι δυνατά από ευχάριστα μικροπράγματα, τα οποία πάντα κρύβουν θλίψη και κάποιο παράπονο. Σαν να με καίει κάτι που ξέχασα χωρίς να μπορώ να πάψω να λυπάμαι γι΄ αυτό. Σε τελική ανάλυση δεν μου λείπει τίποτα, κάνω ότι θέλω, αν θελήσω να κάνω κάτι... αστειότητες!
Δεν είμαι γεμάτη και δεν ξέρω τι φταίει, εκτός από μένα. Ο έρωτας; ...Θυμάμαι τον έρωτα, φυσικά και μου λείπει, αλλά μου λείπει το διάστημα πριν από αυτόν!... Μ΄ αρέσουν οι αρχές, λατρεύω τις αρχές είναι τόσο απαλές, από όσο μπορώ να θυμηθώ. Μόνο που τότε, στην αρχή εννοώ, ο έρωτας ακόμα δεν μ΄ έχει επισκεφτεί, ενθουσιασμός; ναι, περιέργεια; επίσης, αλλά έρωτας;
Όταν τελικά ερωτεύομαι, η αρχή...έχει περάσει! Θυμάμαι τον έρωτα, όμως ποτέ δεν συγχρονιζόμαστε εγώ κι αυτός...Μετά είναι συνήθως αργά...
Άρχισε να βρέχει... παγωμένη ψιλή βροχή που τσούζει το πρόσωπο, σαν να σε τρυπούν βελονίτσες. Τι πειράζει; δεν με πείθει να γυρίσω πίσω! Τίποτα ποτέ δεν με έπεισε να γυρίσω πίσω σε οτιδήποτε!
Κι όχι επειδή έχω κάποια δυναμική πορεία στο να πηγαίνω μπροστά και να ξεπερνώ καταστάσεις, αλίμονο!...απλά δεν πιάνομαι από το παρελθόν, ούτε από τις όποιες αναμνήσεις, είναι εκεί τις βλέπω, ζω με αυτές αλλά δεν ζω για αυτές. Γιατί ζω; δε νομίζω πως μπορώ να πω, για κάτι ...θολό...θολό μα ισχυρό!
Για να βλέπω το τραμ που μόλις πέρασε δίπλα μου, για να νιώθω το νερό που μπαίνει στις μπότες μου, για να αναρωτιέμαι γιατί ποτέ δεν κρατάω ομπρέλα. Για να κοιτώ τις μυρμηγκότρυπες και να σκέφτομαι πως τώρα αυτά τα μικρότατα πλάσματα ζουν ένα κατακλυσμό. Για να βλέπω τον άστεγο που προσπαθεί να καλυφτεί από τη βροχή, μπαίνοντας κάτω από το υπόστεγο ενός "Οίκου του Θεού" και σκέφτομαι πως ο Θεός αρνείται στο πλάσμα το δικό του, την φιλοξενία τώρα που την έχει ανάγκη και θυμώνω. Γιατί οι μόνες χαρούμενες φωνές που θα ακουστούν μες τη βροχή θα είναι παιδικές, για όλα αυτά μάλλον!
Τώρα όμως, θέλω να γυρίσω σπίτι!
Κάπως έτσι συμβαίνει, ξαφνικά θέλω να κάνω κάτι, με υπερβαίνει δεν μπορώ να αντιδράσω, δεν προσπαθώ κιόλας! Ο ουρανός σκοτεινιάζει, είναι πολύ γκρίζος… το γκρι από όπου κι αν το βλέπεις είναι ανατριχιαστικά ίδιο!
Γύρισα λοιπόν στο σπίτι, έβαλα στεγνά ρούχα και έφτιαξα ένα αφέψημα από διάφορα βότανα. Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και χάρηκα διπλά, γιατί ήμουν ασφαλής και ζεστή μες το σπίτι μου χωρίς να στερούμαι τον ήχο και τη μυρωδιά της βροχής.
Πόση ευτυχία μπορεί να μας φέρει η ικανοποίηση μιας μικρής μας ιδιοτροπίας! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεωρείται κακό, να είσαι ιδιότροπος. Ίσα ίσα, όσες περισσότερες ιδιοτροπίες μπορείς να ικανοποιήσεις, τόση περισσότερη χαρά θα αισθανθείς.
Η όψη του ουρανού είναι άλλο πράγμα, είναι βαριά, αβάσταχτη... τη καλύπτω με τη κουρτίνα χωρίς να κλείσω τη πόρτα, τίποτα δεν θα μου χαλάσει αυτό το απόγευμα, σκέφτηκα. Έσυρα τα πόδια μου μέχρι το δωμάτιο μου, για να πάρω το βιβλίο μου, κοίταξα προς το κομοδίνο κι ένιωσα ένα σκίρτημα ψηλά στο στομάχι, ένα σημείωμα…

Μου έπεσε η φωτογραφία κι έσπασε, θα τη πάρω φεύγοντας
να τη δώσω να τη φτιάξουν, θα σου τη φέρω όταν είναι έτοιμη.
Λουκία.

Ναι! δε υπάρχει λόγος να βιάζεσαι...άσε που αν το είχα δει νωρίτερα δεν θα έφτιαχνα τσάι, θα άνοιγα ένα κρασί! Αλλά, δεν είναι αργά γι΄ αυτό!
Καλή μου Λουκία! Ήταν ένα καλό απόγευμα το σημερινό...όλα καλά!
Μετά από ένα καλό βράδυ ακολουθεί ένα καλό πρωινό! Σκέφτηκα αμέσως μόλις άνοιξα τα μάτια μου. Όμως αυτή η καλή διάθεση ήταν ιδιαίτερα ζορισμένη για κάποιο λόγο...προσπάθησα ν΄ αδιαφορήσω...
¨Θα πιούμε καφέ σήμερα το πρωί...¨δεν ξέρω σε ποιο μέρος του εαυτού μου απευθύνομαι όταν μονολογώ. Κοιτούσα την κουταλιά του καφέ που προοριζόταν για τη κούπα μου...πόσοι κόκκοι καφέ φτιάχνουν μια κουταλιά; Όμως η απορία μου αυτή δεν έχει σχέση με την αγωνία που κρύβεται από κάτω. Ούτε είναι η πρώτη φορά που χάνομαι στις ποσότητες, στους πληθυσμούς, στα μήκη και στα πλάτη. Στην απεραντοσύνη της μικρής γης! Στο τέλος του σύμπαντος που ποτέ δε θα φτάσουμε...ούτε καν στο οξυγόνο που χάνεται ...νύχτα με τη νύχτα!
Ευτυχώς είναι πρωί ακόμα... ευτυχώς ακόμα... οχι! είναι Κυριακή πρωί...
έπρεπε να ξυπνήσω αύριο!
Σσσς, ησύχασε! Όλα καλά! Οι Κυριακές θα φεύγουν και θα ξανάρχονται, κι εγώ θα πρέπει να ζω μ΄ αυτό… γιατί είναι ωραία να ζεις… γαμώ τη ζωη! Είναι ωραία...

Saturday, March 3, 2007

Ήταν δυο γυναίκες, τη μία τη λέγαν Θάλασσα...

Πόσο κρατάει το πολύ; Δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ.
Υποθέτω πως δεν καθορίζει η διάρκεια το μέγεθος.
Ένας έρωτας που δεν κράτησε πολύ, δεν σημαίνει πως δεν ήταν μεγάλος.
Δεν βρήκε χώρο ν΄ απλωθεί ή απλά φοβήθηκε και χάθηκε.
Όμως υπήρξε... και υπάρχουν τουλάχιστον δύο άνθρωποι που το επιβεβαιώνουν.
Ότι υπάρχει είναι πλούτος, μα ότι χάνεται είναι θησαυρός.
Ο έρωτας που δεν υπάρχει πια, είναι ένας θησαυρός που χάθηκε στη θάλασσα. Η θάλασσα! Σαν τη γυναίκα. Απρόβλεπτη, μισητή κι αγαπημένη. Η ομορφιά της κατάρα! Άνθρωποι, πλοία, άνεμοι, μετεωρίτες τη χαϊδεύουν, την τραγουδούν, τη φοβούνται, τη λερώνουν, την αγαπούν, τη βιάζουν, μα στο τέλος πάντα μόνη!
Όσο απέραντη τόσο μόνη!
Με κάποιο τρόπο μαγική. Γόησσα κι αγύρτισσα, που έπεισε τους πάντες πως είναι γαλάζια. Την ονομάζουν γαλάζια, τη ζωγραφίζουν γαλάζια. Κι εκείνη γελάει.
Γελάει και θυμώνει σχεδόν ταυτόχρονα, δροσίζει χωρίς να ξεδιψάει. Σου σφραγίζει το μυαλό και δεν τη ξεχνάς ποτέ, πως ν΄ αφεθείς όμως στην αγκαλιά της; Θα χαθείς....
Με τρομάζει από μικρή μα διάλεξα να ζω κοντά της.
Μου είναι απαραίτητη... κι εγώ της είμαι. Με θέλει για να τη φοβάμαι και να τη θαυμάζω. Δεν της αρέσει να είναι αυτή, ο καθρέφτης του ουρανού κι έτσι ο δικός της καθρέφτης είναι τα μάτια μου.
Στο φόβο μου βλέπει τη δύναμη της και καμαρώνει, φουσκώνουν τα κύματα της από την έπαρση!
Φοράω το καλύτερο μου άρωμα πριν πάω να τη δω, μου αρέσει που μπερδεύεται με την αρμύρα της. Κι εκείνη το λατρεύει... και τότε θέλουμε να βρεθούμε πιο κοντά... επικίνδυνα κοντά!
Ανεβαίνω σε ένα βράχο και στεκόμαστε η μία απέναντι στην άλλη σε μια σιωπηλή αναμέτρηση. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως είμαι πιο δυνατή, μα την επόμενη κιόλας με έχει παραλύσει κι έτσι μέχρι τώρα, δεν νίκησε καμία. Υποχωρώ εγώ, ψιθυρίζω "... Όχι ακόμα..." και κάνω ένα βήμα πίσω. Κάθομαι στο βράχο, αναστατωμένη. Κλείνω τα μάτια μου, περιμένοντας... και τότε το κάνει!
Από τη βαθύτερη της άβυσσο, σηκώνει ένα παγερό αεράκι, το ταξιδεύει με τα κύματα της προς εμένα, σαν χάδι! Πάντοτε τις στιγμές που ο ήλιος καίει, μια αδιόρατα παγερή αύρα με κυκλώνει, με ανατριχιάζει και μένω ναρκωμένη να αντιλαμβάνομαι μόνο τη διαφορετικότητα της, και ν΄ ακούω τον παφλασμό των κυμάτων, συγχρονισμένο πια, με το χτύπο της καρδιάς μου.
Αυτή όμως έχει ένα σκοπό που το κάνει... παρασέρνει τα πάντα από μέσα μου... τα πάντα! Και τα κάνει να γλιστράνε και να βουλιάζουν στην αγκαλιά της. Έτσι μπορεί και τα ξέρει όλα για μένα, κρύβει τα μυστικά μου και τα χαμένα μου.
Φεύγω μη μπορώντας να θυμηθώ το λόγο που βρίσκομαι εκεί. Ξέρω όμως, πως όλα θα μου τα φυλάξει καλά κι αν ποτέ μείνω χωρίς τίποτα, θα με οδηγήσει αυτή... στους θησαυρούς μου! Που κείτονται στο βυθό της, δεμένοι με χρυσαφένιες κατάρες, από ανθρώπους που κάναμε ευχές αντί για... πραγματικότητες.
Η μόνη ευχή που κάνω πια, είναι να βρίσκω μια αφορμή να υποχωρώ.
Σα να έβαλα ένα στοίχημα που θέλω απεγνωσμένα να το χάσω, κι ας στοιχίσει. Θα μπορούσε όμως....

Tuesday, February 20, 2007

Ένα ζευγάρι μάτια... τις Κυριακές.

Δεν θυμάμαι τι συνήθιζα να κάνω τις Κυριακές. Ξεχνάω πολύ... και ξεχνάω να θυμάμαι μετά. Δεν ξέρω τι να κάνω σήμερα. Τόσο ήρεμη μέρα, τόσο μεγάλη, τόσο άδεια. Ως κι οι άνθρωποι που είναι στο δρόμο δείχνουν αλλιώτικοι. Λες και δεν είναι οι ίδιοι που περπατούν κάθε μέρα. Θύματα κακών συνθηκών της καθημερινότητας και συνάμα καλοί άνθρωποι μιας καλής ημέρας, χαλαρής. Για τους περισσότερους είναι η μέρα της ξεκούρασης. Ξεκούραση! Πως να συμβεί; όταν δεν μπορείς ν΄ αφήσεις όλα σου τα φορτία. Ό,τι στ' αλήθεια κουβαλάς, στο μυαλό και στη ψυχή σου, η καρδιά δεν συμπεριλαμβάνεται γιατί έχει από καιρό διαλυθεί. Ανεπαρκής για περαιτέρω φορτία και οιεσδήποτε άλλες συγκινήσεις. Ένας μυς που πάλλεται προκειμένου να δημιουργεί, ανεπαρκώς, τον τόνο που χρειάζεται για να ζεις, Τικ Τακ, να προχωράς, Τικ Τακ... Και που να πας;
Γνωρίζω ένα ζευγάρι μάτια που πάντα κλαίγανε. Για το άσχημο, το άδικο, το μικρό, τη κάθε χαμένη προσδοκία. Κλαίγανε και ποτέ δεν προσπαθήσανε να βγουν από τη δυστυχία τους. Ποτέ δεν είχαν μια δυναμική διαχείρισης και βελτίωσης των καταστάσεων. Μαγνητίζονταν από τα σκοτάδια. Ποτέ δεν είδαν μια αλήθεια έστω και μικρή, παρά μόνο κλαίγανε. Κάποτε μπήκαν σε ένα δίλημμα, τόσο ξεκάθαρο όσο και ο καλοκαιρινός ουρανός. Έπρεπε να διαλέξουν μια δυστυχία από μια άλλη, και αφού έζησαν την μία επέλεξαν την άλλη. Καλύτερα καμία επιλογή από κακή επιλογή, η πρώτη κρύβει κρίμα η δεύτερη τη κόλαση. Και τότε, τη στιγμή που το χειρότερο έγινε, που επέλεξαν δηλαδή, δυο δάκρυα με το ζόρι. Δεν έκλαψαν ποτέ ξανά αληθινά, ποτέ για το σωστό το λόγο. Τώρα το κλάμα ζωγραφίστηκε πάνω τους έτσι ώστε να διαρκεί για πάντα, χωρίς δάκρυα. Κατασκεύασαν ένα νέο προσωπείο, κοιμισμένο, ματωμένο που στέκεται μακριά από κάθε ευχή και κάθε ενοχή. Να προχωράν! Να μαθαίνουν να υποφέρουν επίμονα, χωρίς ποτέ να απομακρύνονται από την ίδια ιστορία, τη δική τους. Δική του! Ποιος; Εγώ! Ποιανού; Κανενός! Επιτέλους κανενός...
Να βυθίζεσαι στις παρέες για να συντροφεύει τη μοναχικότητα σου, μια ιδέα από πράγματα που θυμάσαι πως μπορείς να κάνεις... μπορούσες να κάνεις! Να γελάς αντανακλαστικά όταν γελούν και οι άλλοι και ας σου έχει διαφύγει ο λόγος. Να προσπαθείς από την τελευταία φράση να καταλάβεις τι έχει ειπωθεί για να δείξεις πως είσαι εκεί, συμμετέχεις. Να κρύβεις καλά το ότι δεν είσαι καθόλου καλά. Να ξεγελάς όσους το υποψιάζονται. Να μη ξεγελιέσαι από αυτούς που νομίζουν πως νοιάζονται. Καταραμένο προσωπείο όπως κι αν το φτιάξεις! Μια δικαιολογία να συνεχίσεις να είσαι αυτό που προσπαθείς να δείξεις πως είσαι. Τι είσαι; Ποιος το βλέπει; Ποιος νοιάζεται; Ποιον πας να ξεγελάσεις; Άλλο πλάνο η πλάνη. Να γελάς... να προχωράς... να υπεκφεύγεις... να προχωράς...
Να ζεις αδιαφορώντας για ότι ποτέ επιθύμησες, λες και ποτέ τίποτα δεν ήταν σημαντικό. Κάποιος θα πει, πως ίσως δεν ήταν σημαντικό ότι εσύ το θέλησες, και μάλλον θα έχει δίκιο. Και όλα αυτά ίσως να μην ήταν τόσο άσχημα αν και εφόσον υπήρχε μια μόνο όψη, μιας κάποιας αλήθειας, παρανοημένης έστω!
Φεύγεις για αλλού, φτάνεις αλλού, καταλαβαίνεις ότι όλα είναι ψεύτικα, και η διαδρομή και ο προορισμός. Τα ζευγαρώματα είναι ψεύτικα, faux-bizoux, γυαλίζουν και ζαλίζουν! Οι άνθρωποι είναι ψεύτικοι μα λένε αλήθειες κι έχουν ιδέες απέραντες, γοητευτικές. Έφτασε μια ώρα που έπρεπε ν΄ αναλάβεις πορεία, οδηγός για ότι σου ανήκει, δηλαδή τίποτα, κι ότι έχεις, είχες ή έχασες να τα οδηγήσεις... που αλλού, στο πουθενά.
Να θυμίζεις ένα άγρυπνο τρένο φοβισμένο που καίγεται τρέμοντας όταν κάνει έρωτα με τη πορεία του. Τσακίζεται γελώντας κάθε φορά που αναχωρεί απ΄ το σταθμό που αγάπησε. Πόσο αστεία τρέχει προς την ελευθερία, σε καθορισμένη πορεία πάνω σε ράγες. Η μόνη λύτρωση είναι ο εκτροχιασμός αλλά δεν το υποψιάζεται. Ούτε και αναρωτιέται, του φτάνει που ξεχνάει τι θέλει και δεν ξεχνάει να φεύγει. Βοηθάει στο να κερδίζει το ταξίδι, να το θυμούνται όλοι, εις βάρος του. Πόσο γελοίο!
Με το κλειδί που ανοίγει η Κόλαση, με το ίδιο ανοίγει και ο Παράδεισος, είπαν κάποιοι. Το βρήκες το κλειδί πεταμένο κάπου, αλλά δεν ήξερες πως να το χρησιμοποιήσεις, ήταν παλιό και σκουριασμένο κι έτσι δεν φαντάστηκες...δικαιολογίες! Ένα παράξενο κλειδί, καμία οδηγία χρήσης και παρόλα αυτά άνοιξες και τις δυο πόρτες. Μπράβο τα κατάφερες... Το αποτέλεσμα... χαοτικό!
Δαίμονες που σε γλείφουν και σε χαϊδεύουν και άγγελοι που σε δαγκώνουν τρυφερά με αθώο βλέμμα μέχρι να ματώσεις... όλα ένα κουβάρι! Αγκαλιάζεις ό,τι σε τρομάζει, σε βιάζει ότι αγάπησες!
Πως να ξεφύγεις; Υπήρξε άλλη επιλογή; Τι έφταιξε;
Φταίει ο ήλιος που ανατέλλει, φταίνε τα δέντρα που χάνουν τα φύλλα τους. Φταίνε τα ποτάμια που έχουνε νερό όπως φταίνε κι εκείνα που στερεύουν. Φταίνε αυτά τα μάτια, κάποια άλλα θα τα έβλεπαν όλα διαφορετικά. Φταίει που είναι Κυριακή! Αλήθεια! Τι είπες πως συνήθιζες να κάνεις τις Κυριακές;
Τι έκανα τις Κυριακές; Δεν νομίζω πως θυμάμαι, δεν θέλω...