Wednesday, March 7, 2007

Ειναι ωραία να ζείς... γαμώ τη ζωή!

Περιτριγυρισμένη από τον κόσμο...αχ! αυτό πάντα μεγάλωνε το άγχος μου. Μακάρι να μην τους έβλεπα! Αυθόρμητα "θόλωσα" το βλέμμα μου για να μη τους προσέχω. Όμως οι σκιές τους να κινούνται τόσο γρήγορα ήταν... Θεέ μου, χειρότερο. Επιπλέον με τσούζανε τα μάτια μου! Δεν άντεχα! Αναγκάστηκα να τους κοιτάξω. Αυτό όμως μου έδωσε μια ιδέα, κι αν συγκεντρωνόμουν επάνω τους; Άρχισα λοιπόν, να τους κοιτώ πολύ πολύ προσεκτικά... ενδιαφέρον! Μαύρο, πράσινο, καφέ, ζακέτα, παντελόνι, πορτοκαλί, πέδιλα, τσαντάκι, ροζ, παλτό, κασκόλ... τόσα ρούχα να κινούνται γύρω μου! Σαν αδέξιος χορός κατά μήκος του πεζόδρομου. Τι καλά! Ενθουσιάστηκα! Απόκτησα μια ουδετερότητα. Βρήκα μια μέθοδο να ξεφεύγω από το φόβο και τη θλίψη. Μ΄ έπιασε κάτι σαν... σαν κέφι! Έχω τέτοιες κρίσεις χαράς, νομίζω έμφυτες, μόνο που δεν κρατάν πολύ, τους λείπει... δύναμη! Ωστόσο, ήμουν ξετρελαμένη, μπορεί να υπάρξει χαρά όταν στέκομαι ανάμεσα σε τόσο κόσμο, σαν απλός θεατής, εκμηδενίζομαι...
Τι ώρα να ΄χει πάει; Δεν φορώ ρολόι, με αγχώνει και μ΄ ενοχλεί η αίσθησή του στο χέρι μου. Μια φορά είχα αγοράσει ένα ρολόι που μου άρεσε πολύ, ελβετικό, έπαιζε μια απαλή μουσική. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήταν ότι οι δείκτες του πήγαιναν ανάποδα. Είχε την ιδιότητα να βρίσκει την ώρα αν τύχαινε να σταματήσει και έφτανε να πατήσεις ένα κουμπάκι για να αρχίσουν οι δείκτες σαν τρελοί να τρέχουν ανάποδα, μετά από λίγους κύκλους έβρισκαν την ώρα και συνέχιζαν τη πορεία τους όπως γίνεται με όλα τα ρολόγια του κόσμου. Το λάτρεψα! Αλλά δεν το φόρεσα ποτέ! Το κρατούσα και το χάζευα, το έκανα να πηγαίνει ανάποδα για ώρες, μετά το ξέχασα σε ένα συρτάρι... και φυσικά, δεν είναι το μόνο που λάτρεψα και ξέχασα... τι ώρα έχει πάει;
Μου ήταν δυσάρεστο να φύγω αλλά έπρεπε, κόντευε να νυχτώσει. Γύρισα σπίτι, έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισα κοντά στο παράθυρο. Κοίταξα τον ουρανό. Με έπιανε πάντα δέος αυτήν την ώρα, που η μέρα συναντά τη νύχτα και δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα. Αυτή η στιγμή, έχει απόκοσμη όψη, όμορφη! Αλλά, δεν υπάρχει αρκετό οξυγόνο, λες και το ρουφάει η θνησιγενής νύχτα και δεν επαρκεί για όλους. Πολλοί αναπνέουν, εγώ όμως όχι! Πρέπει να είμαι σε διαρκή κίνηση για να μπορώ να αναπνέω. Κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελα πολύ ένα αυτοκίνητο, θα ταξίδευα όλο το βράδυ και όλα καλά! Θα έπρεπε όμως να μάθω να οδηγώ... σιχαίνομαι αυτού του είδους τις ταλαιπωρίες, πως κάποιοι διασκεδάζουν οδηγώντας πφ!
Κάθε μέρα, σε κάθε τέλος της, γίνομαι... pacman. Το φάντασμα που τρέχει διαρκώς και τρώει! Εγώ είμαι το φάντασμα που τρέχει για να αναπνέει. Με πιάνει τρομερό άγχος, μέχρι να νυχτώσει βαθιά, μετά... όλα καλά! Όλα ξαναγίνονται όπως πριν! Αναπλέω! Τελειώνουν οι ώρες της ασφυξίας και του πνιγμού.
Πέφτω εξαντλημένη στο κρεβάτι μου και συγχαίρω τον εαυτό μου… Μπράβο που τα κατάφερες κι απόψε, δηλαδή που τα κατάφερα… Μπράβο! Απόψε όμως παραδόξως, δεν μπορούσα να ισχυριστώ πως δε νιώθω καλά. Κοιτούσα τις παλάμες μου, από στιγμή σε στιγμή θα άρχιζαν να ιδρώνουν… τίποτα! Έριξα μια ματιά στον ουρανό και είδα πως ήταν η ώρα μου… Έτρεξα στον καθρέφτη, κοιτούσα το στήθος μου περιμένοντας να αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει… μάταιο! Κοίταξα διστακτικά το πρόσωπό μου, η όψη μου συνήθως ήταν... κι όμως όχι, τώρα ήταν καλή! Παράξενο! Πολύ παράξενο! Δεν μπορώ να φανταστώ πως συνέβη!
Αλλά είχα ήδη αποφασίσει να μη σκέφτομαι γιατί κανείς δεν μπορεί να σκέφτεται. Σκεφτόμαστε μάλλον, ό,τι θέλει το μυαλό μας, δεν νομίζω πως το ελέγχουμε. Το τι σκεφτόμαστε εννοώ, το ελέγχουμε; Μη το σκέφτεσαι! γίνεται; Το μυαλό ξεχειλίζει από σκέψεις και παθαίνει ναυτία. Εγώ υποφέρω από αυτή, όχι το μυαλό μου! Πώς μπορείς να μη σκέφτεσαι;
Αν γίνεται, γιατί τότε εφευρίσκουμε τρόπους για να το μπερδέψουμε; Μέτρα προβατάκια… ένα προβατάκι, δύο προβατάκια, τρία προβατάκια... να ξεγελάς έναν εχθρό που κρύβεται στο κεφάλι σου, έναν βασανιστή που σου μοιάζει! Κανείς δε μπορεί να σκέφτεται... κι όλες αυτές οι σκέψεις… οι ανώφελες αυτές σκέψεις, με τυλίγουν σα φίδια και με εμποδίζουν να προχωρήσω τη ζωή μου με κάποιο τρόπο… με οποιοδήποτε τρόπο!
Πολλοί το παθαίνουν αυτό, αφοπλίζονται από τις σκέψεις τους, αλλά το ξεπερνούν ή γιατί δεν τους νοιάζει ή ίσως να ξεχνούν τι σκέφτηκαν. Τυχεροί!
Τυχερή! που σήμερα είμαι καλά εννοώ... όλα καλά!
Ξύπνησα το πρωί με μια έντονη ενόχληση στο στομάχι. Σαν απομεινάρι κάποιου στομαχικού ιλίγγου. Ήθελα πολύ ένα τσάι, έδειχνε δύσκολο να πάω μέχρι τη κουζίνα. Το να αντέξω όμως αυτή τη δυσφορία ήταν δυσκολότερο κι έτσι, σηκώθηκα. Γιατί ήμουν έτσι; Μπορεί να είδα κάποιο δυσάρεστο όνειρο, αν και δεν θυμόμουν τίποτα. Κοιμήθηκα πολύ βαθιά. Κενό, σκοτάδι, άβυσσος. Ναι! Είχα βουλιάξει σε μια μαύρη άβυσσο, σχεδόν είχα πεθάνει. Όταν πεθαίνεις δεν ονειρεύεσαι. Όταν τελικά ζεις, μόλις ξυπνάς, δεν σε πειράζει... που πέθανες, μόνο που δεν θυμάσαι τι ονειρεύτηκες.
Το έχω σκεφτεί! Όχι δεν θα ήθελα πραγματικά να πεθάνω, μου αρέσει η ζωή κι ας μη την καταλαβαίνω. Ούτως ή άλλως, ό,τι πραγματικά μου αρέσει... δεν το αντέχω και πολύ! Και φυσικά ό,τι δεν μου αρέσει , δεν το αντέχω καθόλου. Αυτό όμως δεν με ενοχλεί, το βρίσκω απλό, έχει μια λογική. Ακόμα κι αυτά που αρέσουν, κουράζουν κάποτε. Ακόμη κι όταν αποκτήσεις αυτά που σου αρέσουν, αυτομάτως θα πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο που ενδεχομένως σου αρέσει, για να έχεις κάτι ωραίο να περιμένεις. Αλλιώτικα, θα χαθείς μες την ασχήμια! Όλα θα πρέπει να έχουν λογική! Εννοώ, μια λογική μέσω της οποίας μπορώ να νιώσω ότι μια σκέψη έχει σημείο αναφοράς κάτι πραγματικό, κάτι που μπορώ να δω. Ακόμα και το παράλογο, κρύβει μέσα του τη λογική και τα δυο προκύπτουν από το "λόγο" και φυσικά για κάποιο λόγο συμβαίνει αυτό. Ακόμη και η φρεναπάτη, δε μπορεί παρά να αποτελεί συστατικό της λογικής, γιατί μέσα της κρύβεις ότι σε μπερδεύει ή σε πονάει, σε βοηθάει να μη τρελαθείς!
Νομίζω πως θα κλάψω από τα γέλια!
Ο πονοκέφαλος πήρε τη θέση του ιλίγγου μου. Ανακουφιστικός πόνος, πιο οικείος! Θα πάρω ένα παυσίπονο και θα ντυθώ να πάω μια βόλτα. Φυσάει τόσο πολύ σήμερα!
Τρελαίνομαι για τον δυνατό αέρα, μου αρέσει να φοράω μακριά, φαρδιά φούστα κι όταν βγαίνω έξω να ανεμίζει γύρω μου... ντύνομαι κάτι από ...αέρα! Άρχισα να ψάχνω χαρούμενη στα ρούχα μου για να βρω τι θα φορέσω. Κάπου είχα αφήσει το κουτί με την υπέροχη ιατρική ανακάλυψη, την παρακεταμόλη! Α! θυμήθηκα! το είχα αφήσει στο κομοδίνο μου δίπλα σε μια φωτογραφία, την οποία και έχω κατεβασμένη για να μην αναγκάζομαι να τη κοιτάζω. Τη σηκώνει κάθε τόσο η Λουκία όταν ξεσκονίζει, μα εγώ τη ξανακατεβάζω... δεν θέλω να τη βλέπω, δεν είμαι όμως έτοιμη και να τη μαζέψω ή να τη πετάξω. Τη τοποθετώ στην άκρη του κομοδίνου, βάζω κι ένα βιβλίο από πάνω να μη φαίνεται, ελπίζοντας πως κάποια μέρα εκεί που θα ξεσκονίζει θα τη σπάσει κατά λάθος και θα απαλλαγώ από αυτήν. Κι ενώ η Λουκία δεν φημίζεται για τη ¨δεξιότητά¨ της, τόσες και τόσες ζημιές εκεί μέσα, αυτή τη ζημιά δεν την κατάφερε ως τώρα, σαν να το κάνει επίτηδες! Μπήκα στον πειρασμό να της γράψω ένα σημείωμα..."σε παρακαλώ, σπάσε τάχα κατά λάθος τη φωτογραφία στο κομοδίνο μου...» αλλά με κοιτά παράξενα έτσι κι αλλιώς και προτιμώ να αποφύγω το διαπεραστικό Βουλγάρικο βλέμμα της. Κάποιοι άνθρωποι κάνουν τόσες πολλές και αδιάκριτες ερωτήσεις, μόνο με τα μάτια!
Πάνε τώρα τέσσερα χρόνια που την έχω να με βοηθάει στο σπίτι, είναι γεμάτη ενέργεια, με κουράζει με κάποιο τρόπο. Δεν την αντιπαθώ αλλά αυτό το βλέμμα της με ενοχλεί και χαζογελάει από αμηχανία όλη την ώρα. Επιδιώκω να λείπω όταν έρχεται, νομίζω πως ούτε αυτή με αντιπαθεί, απλώς της φαίνομαι περίεργη, παράξενη, ποιος ξέρει; Πάντως νιώθει άβολα και το δείχνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που μας αρέσουν και άλλοι που δεν μας αρέσουν. Τι να γίνει... και κάποιοι μας αρέσουν περισσότερο από άλλους...
Αν κάποιος γνώριζε δυο ανθρώπους που του αρέσανε, αλλά ο πρώτος του άρεσε περισσότερο από τον δεύτερο, αναρωτιέμαι, είναι κάποιου είδους συμβιβασμός να αρκείτε σε λιγότερη ευχαρίστηση ή μήπως το παρόν συναίσθημα έχει μια δυναμική που εξουδετερώνει το προηγούμενο; Μήπως υπάρχει κάποιο "ανικανοποίητο"; Δεν εννοώ το ανικανοποίητο περί δημιουργίας και γνώσης, αυτό μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για υπέροχα πράγματα, φτάνει να μη διστάζεις, όπως εγώ, να πειραματίζεσαι με αυτά που σε ερεθίζουν, που σε ενεργοποιούν κάπως! Το ανικανοποίητο όμως στις προσωπικές σχέσεις φέρνει μια... ιδέα δυστυχίας! Είναι εγωισμός ή ανάγκη μας, να αισθάνεται ο άλλος, ό,τι αισθανόμαστε κι εμείς γι' αυτόν; Ίσως τελικά να είναι ανάγκη, για να ισορροπήσει κάπως η ζυγαριά της αλήθειας που έχουν κατασκευάσει μαζί. Γιατί, δεν είμαι σίγουρη για τη φιλία, αλλά στις περιοχές του έρωτα μόνο για κατασκευασμένη αλήθεια μπορούμε να μιλάμε. Και πως να ξέρεις τι νιώθει ο άλλος αν δε στο πει, όχι πως αυτό φέρει εγγυήσεις, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θέλει να πει την αλήθεια, τη γνωρίζει; Βέβαια αν μια αλήθεια της παρούσας στιγμής δεν ειπωθεί ποτέ, θα είναι και σα να μην υπήρξε ποτέ! Τουλάχιστον για τον έναν από τους δύο.
Αυτό φέρνει μια ευκολία και για αυτόν που το αισθάνεται, αν κάτι δεν ειπωθεί, όταν θα αλλάξει, δεν θα προβληματίζει όσον αφορά τη σημαντικότητά του, αφού κανείς δεν έμαθε πως υπήρξε. Δεν προσπαθείς να εξαφανίσεις κάτι αόρατο! Κάποτε, στην αγκαλιά κάποιου, κάποια… ανόητη ανάγκη με έκανε να αποκαλύψω μια τέτοια λέξη. Κι η λέξη γλίστρησε απαλά και χάθηκε μέσα στη στιγμούλα που τυχαία περνούσε!
Δεν ήταν λέξη της αγάπης αλλά ήταν κοντινή, ωστόσο δεν πόνεσε… τουλάχιστον δεν έχει πονέσει ακόμα.
Προσωπικά βρίσκω σημαντικό και όμορφο, όταν είμαι με κάποιον να μη θέλω να βρίσκομαι πουθενά αλλού και να μη θέλω να δω κανέναν άλλον εκείνη τη στιγμή. Όταν αυτό συμβαίνει... τότε ναι, αυτός ο κάποιος μου αρέσει πολύ! Δε ψάχνω περισσότερα.
Όπως δεν πιστεύω πως οι άνθρωποι αγαπιούνται μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος! Βαρύγδουπη φράση κι απατηλή. Ακόμα κι όταν μνημονεύεις παλιές αγάπες ή φιλίες, δεν ξέρω κατά πόσο οι ενθυμήσεις αφορούν το άλλο άτομο, συνηθίζεται να θυμάσαι το πως εσύ ήσουν μέσα σε αυτή τη σχέση, άρα μάλλον κάποια όψη του εαυτού σου που λείπει σε αποκαρδιώνει. Επομένως η περισσότερη από την αγάπη που νιώθεις δεν ανήκει στον άλλον, αλλά σε εσένα εξαιτίας κάποιου άλλου.
Δεν μου κάνει εντύπωση που η σκέψη μου χορεύει μεταξύ έρωτα και θανάτου. Και στις δυο αυτές συνθήκες παύεις να υπάρχεις. Είναι σαν δυο αδέρφια που ενώ δε μοιάζουν στην όψη και τη συμπεριφορά, έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Το ένα σε πονάει επειδή είναι προσωρινό και ευμετάβλητο και το άλλο πονάει επειδή είναι μόνιμο και αμετάκλητο. Ο έρωτας μετά το πέρασμά του, σου επιστρέφει το σώμα σου, παγωμένο σαν του νεκρού, και δεν στο επιστρέφει από γενναιοδωρία ή από ήττα, αλλά από καθαρή διαστροφή. Επειδή είσαι ακόμη ζωντανός, κι αυτό σημαίνει πως βρίσκεσαι ακόμη σε θέση να νιώσεις όλον αυτόν το πόνο! Το δεύτερο, ο θάνατος, τα παίρνει όλα και για πάντα. Φαντάζει γλυκύτερος γιατί σαν πεθάνεις δεν νιώθεις το πόνο. Αλλά και η μόνη αιωνιότητα που οι άνθρωποι μπορούν να ισχυριστούν ότι θα κερδίσουν είναι αυτή.
Ο θάνατος τους, θα κρατήσει για πάντα! Και δεν υπάρχει, ούτε και θα υπάρξει τρόπος να το διαπραγματευτούν!
Και ίσως αυτό να είναι το μόνο θέλημα του Θεού! Τι άλλο μπορεί να θέλει ο Θεός; Σπίτια, σπίτια πολλά, όταν ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υποφέρουν και δεν έχουν που να μείνουν, υπάρχουν αναρίθμητοι "Οίκοι των Θεών" εκκλησίες, παγόδες και δε ξέρω κι εγώ τι άλλο, οι οποίοι είναι χρήσιμοι για πανηγυράκια. Και δεν σκέφτομαι καθόλου το κέρδος και ποιοι το εκμεταλλεύονται. Άλλα αν ο Θεός έπλασε τη φύση, η φύση είναι από μόνη της το καλύτερο μέρος για εκδηλώσεις, όπως η γαμήλια τελετή ή ακόμα και η κηδεία. Σε τι ακριβώς διαφέρει το πού λέγεται ο Λόγος του Θεού; Από την άλλη πώς εγκαταλείπει αυτά τα οποία ευλόγησε, αν συνέζευξε δυο ανθρώπους πως επιτρέπει σε έναν τρίτο να τους χωρίσει ή στη καλύτερη των περιπτώσεων, παρά τις ευλογίες του, μετά από λίγο να μην ανέχεται ο ένας τον άλλον. Ανοησίες! Θεϊκές ανοησίες! Κάπου κάπου θυμάμαι τη γιαγιά μου, που μου έλεγε ..."Αν έχεις πίστη, όλα γίνονται..." φυσικά και όλα γίνονται, όχι με τον τρόπο που θα έπρεπε όμως!
Φυσάει τόσο πολύ σήμερα... βιάζομαι να βρεθώ έξω.
Κατέβηκα από το διαμέρισμα και πήγα στο τραμ κι άρχισα να περπατώ παράλληλα με τις γραμμές του. Θέλω να κλάψω από την σκληρή ομορφιά που με διαπερνάει αυτή τη στιγμή, θέλω να κλάψω από ευγνωμοσύνη... κι από παράπονο! Πόσο περίεργο είναι αυτό που συμβαίνει; Συγκινούμαι δυνατά από ευχάριστα μικροπράγματα, τα οποία πάντα κρύβουν θλίψη και κάποιο παράπονο. Σαν να με καίει κάτι που ξέχασα χωρίς να μπορώ να πάψω να λυπάμαι γι΄ αυτό. Σε τελική ανάλυση δεν μου λείπει τίποτα, κάνω ότι θέλω, αν θελήσω να κάνω κάτι... αστειότητες!
Δεν είμαι γεμάτη και δεν ξέρω τι φταίει, εκτός από μένα. Ο έρωτας; ...Θυμάμαι τον έρωτα, φυσικά και μου λείπει, αλλά μου λείπει το διάστημα πριν από αυτόν!... Μ΄ αρέσουν οι αρχές, λατρεύω τις αρχές είναι τόσο απαλές, από όσο μπορώ να θυμηθώ. Μόνο που τότε, στην αρχή εννοώ, ο έρωτας ακόμα δεν μ΄ έχει επισκεφτεί, ενθουσιασμός; ναι, περιέργεια; επίσης, αλλά έρωτας;
Όταν τελικά ερωτεύομαι, η αρχή...έχει περάσει! Θυμάμαι τον έρωτα, όμως ποτέ δεν συγχρονιζόμαστε εγώ κι αυτός...Μετά είναι συνήθως αργά...
Άρχισε να βρέχει... παγωμένη ψιλή βροχή που τσούζει το πρόσωπο, σαν να σε τρυπούν βελονίτσες. Τι πειράζει; δεν με πείθει να γυρίσω πίσω! Τίποτα ποτέ δεν με έπεισε να γυρίσω πίσω σε οτιδήποτε!
Κι όχι επειδή έχω κάποια δυναμική πορεία στο να πηγαίνω μπροστά και να ξεπερνώ καταστάσεις, αλίμονο!...απλά δεν πιάνομαι από το παρελθόν, ούτε από τις όποιες αναμνήσεις, είναι εκεί τις βλέπω, ζω με αυτές αλλά δεν ζω για αυτές. Γιατί ζω; δε νομίζω πως μπορώ να πω, για κάτι ...θολό...θολό μα ισχυρό!
Για να βλέπω το τραμ που μόλις πέρασε δίπλα μου, για να νιώθω το νερό που μπαίνει στις μπότες μου, για να αναρωτιέμαι γιατί ποτέ δεν κρατάω ομπρέλα. Για να κοιτώ τις μυρμηγκότρυπες και να σκέφτομαι πως τώρα αυτά τα μικρότατα πλάσματα ζουν ένα κατακλυσμό. Για να βλέπω τον άστεγο που προσπαθεί να καλυφτεί από τη βροχή, μπαίνοντας κάτω από το υπόστεγο ενός "Οίκου του Θεού" και σκέφτομαι πως ο Θεός αρνείται στο πλάσμα το δικό του, την φιλοξενία τώρα που την έχει ανάγκη και θυμώνω. Γιατί οι μόνες χαρούμενες φωνές που θα ακουστούν μες τη βροχή θα είναι παιδικές, για όλα αυτά μάλλον!
Τώρα όμως, θέλω να γυρίσω σπίτι!
Κάπως έτσι συμβαίνει, ξαφνικά θέλω να κάνω κάτι, με υπερβαίνει δεν μπορώ να αντιδράσω, δεν προσπαθώ κιόλας! Ο ουρανός σκοτεινιάζει, είναι πολύ γκρίζος… το γκρι από όπου κι αν το βλέπεις είναι ανατριχιαστικά ίδιο!
Γύρισα λοιπόν στο σπίτι, έβαλα στεγνά ρούχα και έφτιαξα ένα αφέψημα από διάφορα βότανα. Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και χάρηκα διπλά, γιατί ήμουν ασφαλής και ζεστή μες το σπίτι μου χωρίς να στερούμαι τον ήχο και τη μυρωδιά της βροχής.
Πόση ευτυχία μπορεί να μας φέρει η ικανοποίηση μιας μικρής μας ιδιοτροπίας! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεωρείται κακό, να είσαι ιδιότροπος. Ίσα ίσα, όσες περισσότερες ιδιοτροπίες μπορείς να ικανοποιήσεις, τόση περισσότερη χαρά θα αισθανθείς.
Η όψη του ουρανού είναι άλλο πράγμα, είναι βαριά, αβάσταχτη... τη καλύπτω με τη κουρτίνα χωρίς να κλείσω τη πόρτα, τίποτα δεν θα μου χαλάσει αυτό το απόγευμα, σκέφτηκα. Έσυρα τα πόδια μου μέχρι το δωμάτιο μου, για να πάρω το βιβλίο μου, κοίταξα προς το κομοδίνο κι ένιωσα ένα σκίρτημα ψηλά στο στομάχι, ένα σημείωμα…

Μου έπεσε η φωτογραφία κι έσπασε, θα τη πάρω φεύγοντας
να τη δώσω να τη φτιάξουν, θα σου τη φέρω όταν είναι έτοιμη.
Λουκία.

Ναι! δε υπάρχει λόγος να βιάζεσαι...άσε που αν το είχα δει νωρίτερα δεν θα έφτιαχνα τσάι, θα άνοιγα ένα κρασί! Αλλά, δεν είναι αργά γι΄ αυτό!
Καλή μου Λουκία! Ήταν ένα καλό απόγευμα το σημερινό...όλα καλά!
Μετά από ένα καλό βράδυ ακολουθεί ένα καλό πρωινό! Σκέφτηκα αμέσως μόλις άνοιξα τα μάτια μου. Όμως αυτή η καλή διάθεση ήταν ιδιαίτερα ζορισμένη για κάποιο λόγο...προσπάθησα ν΄ αδιαφορήσω...
¨Θα πιούμε καφέ σήμερα το πρωί...¨δεν ξέρω σε ποιο μέρος του εαυτού μου απευθύνομαι όταν μονολογώ. Κοιτούσα την κουταλιά του καφέ που προοριζόταν για τη κούπα μου...πόσοι κόκκοι καφέ φτιάχνουν μια κουταλιά; Όμως η απορία μου αυτή δεν έχει σχέση με την αγωνία που κρύβεται από κάτω. Ούτε είναι η πρώτη φορά που χάνομαι στις ποσότητες, στους πληθυσμούς, στα μήκη και στα πλάτη. Στην απεραντοσύνη της μικρής γης! Στο τέλος του σύμπαντος που ποτέ δε θα φτάσουμε...ούτε καν στο οξυγόνο που χάνεται ...νύχτα με τη νύχτα!
Ευτυχώς είναι πρωί ακόμα... ευτυχώς ακόμα... οχι! είναι Κυριακή πρωί...
έπρεπε να ξυπνήσω αύριο!
Σσσς, ησύχασε! Όλα καλά! Οι Κυριακές θα φεύγουν και θα ξανάρχονται, κι εγώ θα πρέπει να ζω μ΄ αυτό… γιατί είναι ωραία να ζεις… γαμώ τη ζωη! Είναι ωραία...

Saturday, March 3, 2007

Ήταν δυο γυναίκες, τη μία τη λέγαν Θάλασσα...

Πόσο κρατάει το πολύ; Δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ.
Υποθέτω πως δεν καθορίζει η διάρκεια το μέγεθος.
Ένας έρωτας που δεν κράτησε πολύ, δεν σημαίνει πως δεν ήταν μεγάλος.
Δεν βρήκε χώρο ν΄ απλωθεί ή απλά φοβήθηκε και χάθηκε.
Όμως υπήρξε... και υπάρχουν τουλάχιστον δύο άνθρωποι που το επιβεβαιώνουν.
Ότι υπάρχει είναι πλούτος, μα ότι χάνεται είναι θησαυρός.
Ο έρωτας που δεν υπάρχει πια, είναι ένας θησαυρός που χάθηκε στη θάλασσα. Η θάλασσα! Σαν τη γυναίκα. Απρόβλεπτη, μισητή κι αγαπημένη. Η ομορφιά της κατάρα! Άνθρωποι, πλοία, άνεμοι, μετεωρίτες τη χαϊδεύουν, την τραγουδούν, τη φοβούνται, τη λερώνουν, την αγαπούν, τη βιάζουν, μα στο τέλος πάντα μόνη!
Όσο απέραντη τόσο μόνη!
Με κάποιο τρόπο μαγική. Γόησσα κι αγύρτισσα, που έπεισε τους πάντες πως είναι γαλάζια. Την ονομάζουν γαλάζια, τη ζωγραφίζουν γαλάζια. Κι εκείνη γελάει.
Γελάει και θυμώνει σχεδόν ταυτόχρονα, δροσίζει χωρίς να ξεδιψάει. Σου σφραγίζει το μυαλό και δεν τη ξεχνάς ποτέ, πως ν΄ αφεθείς όμως στην αγκαλιά της; Θα χαθείς....
Με τρομάζει από μικρή μα διάλεξα να ζω κοντά της.
Μου είναι απαραίτητη... κι εγώ της είμαι. Με θέλει για να τη φοβάμαι και να τη θαυμάζω. Δεν της αρέσει να είναι αυτή, ο καθρέφτης του ουρανού κι έτσι ο δικός της καθρέφτης είναι τα μάτια μου.
Στο φόβο μου βλέπει τη δύναμη της και καμαρώνει, φουσκώνουν τα κύματα της από την έπαρση!
Φοράω το καλύτερο μου άρωμα πριν πάω να τη δω, μου αρέσει που μπερδεύεται με την αρμύρα της. Κι εκείνη το λατρεύει... και τότε θέλουμε να βρεθούμε πιο κοντά... επικίνδυνα κοντά!
Ανεβαίνω σε ένα βράχο και στεκόμαστε η μία απέναντι στην άλλη σε μια σιωπηλή αναμέτρηση. Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως είμαι πιο δυνατή, μα την επόμενη κιόλας με έχει παραλύσει κι έτσι μέχρι τώρα, δεν νίκησε καμία. Υποχωρώ εγώ, ψιθυρίζω "... Όχι ακόμα..." και κάνω ένα βήμα πίσω. Κάθομαι στο βράχο, αναστατωμένη. Κλείνω τα μάτια μου, περιμένοντας... και τότε το κάνει!
Από τη βαθύτερη της άβυσσο, σηκώνει ένα παγερό αεράκι, το ταξιδεύει με τα κύματα της προς εμένα, σαν χάδι! Πάντοτε τις στιγμές που ο ήλιος καίει, μια αδιόρατα παγερή αύρα με κυκλώνει, με ανατριχιάζει και μένω ναρκωμένη να αντιλαμβάνομαι μόνο τη διαφορετικότητα της, και ν΄ ακούω τον παφλασμό των κυμάτων, συγχρονισμένο πια, με το χτύπο της καρδιάς μου.
Αυτή όμως έχει ένα σκοπό που το κάνει... παρασέρνει τα πάντα από μέσα μου... τα πάντα! Και τα κάνει να γλιστράνε και να βουλιάζουν στην αγκαλιά της. Έτσι μπορεί και τα ξέρει όλα για μένα, κρύβει τα μυστικά μου και τα χαμένα μου.
Φεύγω μη μπορώντας να θυμηθώ το λόγο που βρίσκομαι εκεί. Ξέρω όμως, πως όλα θα μου τα φυλάξει καλά κι αν ποτέ μείνω χωρίς τίποτα, θα με οδηγήσει αυτή... στους θησαυρούς μου! Που κείτονται στο βυθό της, δεμένοι με χρυσαφένιες κατάρες, από ανθρώπους που κάναμε ευχές αντί για... πραγματικότητες.
Η μόνη ευχή που κάνω πια, είναι να βρίσκω μια αφορμή να υποχωρώ.
Σα να έβαλα ένα στοίχημα που θέλω απεγνωσμένα να το χάσω, κι ας στοιχίσει. Θα μπορούσε όμως....