Δεν θυμάμαι τι συνήθιζα να κάνω τις Κυριακές. Ξεχνάω πολύ... και ξεχνάω να θυμάμαι μετά. Δεν ξέρω τι να κάνω σήμερα. Τόσο ήρεμη μέρα, τόσο μεγάλη, τόσο άδεια. Ως κι οι άνθρωποι που είναι στο δρόμο δείχνουν αλλιώτικοι. Λες και δεν είναι οι ίδιοι που περπατούν κάθε μέρα. Θύματα κακών συνθηκών της καθημερινότητας και συνάμα καλοί άνθρωποι μιας καλής ημέρας, χαλαρής. Για τους περισσότερους είναι η μέρα της ξεκούρασης. Ξεκούραση! Πως να συμβεί; όταν δεν μπορείς ν΄ αφήσεις όλα σου τα φορτία. Ό,τι στ' αλήθεια κουβαλάς, στο μυαλό και στη ψυχή σου, η καρδιά δεν συμπεριλαμβάνεται γιατί έχει από καιρό διαλυθεί. Ανεπαρκής για περαιτέρω φορτία και οιεσδήποτε άλλες συγκινήσεις. Ένας μυς που πάλλεται προκειμένου να δημιουργεί, ανεπαρκώς, τον τόνο που χρειάζεται για να ζεις, Τικ Τακ, να προχωράς, Τικ Τακ... Και που να πας;
Γνωρίζω ένα ζευγάρι μάτια που πάντα κλαίγανε. Για το άσχημο, το άδικο, το μικρό, τη κάθε χαμένη προσδοκία. Κλαίγανε και ποτέ δεν προσπαθήσανε να βγουν από τη δυστυχία τους. Ποτέ δεν είχαν μια δυναμική διαχείρισης και βελτίωσης των καταστάσεων. Μαγνητίζονταν από τα σκοτάδια. Ποτέ δεν είδαν μια αλήθεια έστω και μικρή, παρά μόνο κλαίγανε. Κάποτε μπήκαν σε ένα δίλημμα, τόσο ξεκάθαρο όσο και ο καλοκαιρινός ουρανός. Έπρεπε να διαλέξουν μια δυστυχία από μια άλλη, και αφού έζησαν την μία επέλεξαν την άλλη. Καλύτερα καμία επιλογή από κακή επιλογή, η πρώτη κρύβει κρίμα η δεύτερη τη κόλαση. Και τότε, τη στιγμή που το χειρότερο έγινε, που επέλεξαν δηλαδή, δυο δάκρυα με το ζόρι. Δεν έκλαψαν ποτέ ξανά αληθινά, ποτέ για το σωστό το λόγο. Τώρα το κλάμα ζωγραφίστηκε πάνω τους έτσι ώστε να διαρκεί για πάντα, χωρίς δάκρυα. Κατασκεύασαν ένα νέο προσωπείο, κοιμισμένο, ματωμένο που στέκεται μακριά από κάθε ευχή και κάθε ενοχή. Να προχωράν! Να μαθαίνουν να υποφέρουν επίμονα, χωρίς ποτέ να απομακρύνονται από την ίδια ιστορία, τη δική τους. Δική του! Ποιος; Εγώ! Ποιανού; Κανενός! Επιτέλους κανενός...
Να βυθίζεσαι στις παρέες για να συντροφεύει τη μοναχικότητα σου, μια ιδέα από πράγματα που θυμάσαι πως μπορείς να κάνεις... μπορούσες να κάνεις! Να γελάς αντανακλαστικά όταν γελούν και οι άλλοι και ας σου έχει διαφύγει ο λόγος. Να προσπαθείς από την τελευταία φράση να καταλάβεις τι έχει ειπωθεί για να δείξεις πως είσαι εκεί, συμμετέχεις. Να κρύβεις καλά το ότι δεν είσαι καθόλου καλά. Να ξεγελάς όσους το υποψιάζονται. Να μη ξεγελιέσαι από αυτούς που νομίζουν πως νοιάζονται. Καταραμένο προσωπείο όπως κι αν το φτιάξεις! Μια δικαιολογία να συνεχίσεις να είσαι αυτό που προσπαθείς να δείξεις πως είσαι. Τι είσαι; Ποιος το βλέπει; Ποιος νοιάζεται; Ποιον πας να ξεγελάσεις; Άλλο πλάνο η πλάνη. Να γελάς... να προχωράς... να υπεκφεύγεις... να προχωράς...
Να ζεις αδιαφορώντας για ότι ποτέ επιθύμησες, λες και ποτέ τίποτα δεν ήταν σημαντικό. Κάποιος θα πει, πως ίσως δεν ήταν σημαντικό ότι εσύ το θέλησες, και μάλλον θα έχει δίκιο. Και όλα αυτά ίσως να μην ήταν τόσο άσχημα αν και εφόσον υπήρχε μια μόνο όψη, μιας κάποιας αλήθειας, παρανοημένης έστω!
Φεύγεις για αλλού, φτάνεις αλλού, καταλαβαίνεις ότι όλα είναι ψεύτικα, και η διαδρομή και ο προορισμός. Τα ζευγαρώματα είναι ψεύτικα, faux-bizoux, γυαλίζουν και ζαλίζουν! Οι άνθρωποι είναι ψεύτικοι μα λένε αλήθειες κι έχουν ιδέες απέραντες, γοητευτικές. Έφτασε μια ώρα που έπρεπε ν΄ αναλάβεις πορεία, οδηγός για ότι σου ανήκει, δηλαδή τίποτα, κι ότι έχεις, είχες ή έχασες να τα οδηγήσεις... που αλλού, στο πουθενά.
Να θυμίζεις ένα άγρυπνο τρένο φοβισμένο που καίγεται τρέμοντας όταν κάνει έρωτα με τη πορεία του. Τσακίζεται γελώντας κάθε φορά που αναχωρεί απ΄ το σταθμό που αγάπησε. Πόσο αστεία τρέχει προς την ελευθερία, σε καθορισμένη πορεία πάνω σε ράγες. Η μόνη λύτρωση είναι ο εκτροχιασμός αλλά δεν το υποψιάζεται. Ούτε και αναρωτιέται, του φτάνει που ξεχνάει τι θέλει και δεν ξεχνάει να φεύγει. Βοηθάει στο να κερδίζει το ταξίδι, να το θυμούνται όλοι, εις βάρος του. Πόσο γελοίο!
Με το κλειδί που ανοίγει η Κόλαση, με το ίδιο ανοίγει και ο Παράδεισος, είπαν κάποιοι. Το βρήκες το κλειδί πεταμένο κάπου, αλλά δεν ήξερες πως να το χρησιμοποιήσεις, ήταν παλιό και σκουριασμένο κι έτσι δεν φαντάστηκες...δικαιολογίες! Ένα παράξενο κλειδί, καμία οδηγία χρήσης και παρόλα αυτά άνοιξες και τις δυο πόρτες. Μπράβο τα κατάφερες... Το αποτέλεσμα... χαοτικό!
Δαίμονες που σε γλείφουν και σε χαϊδεύουν και άγγελοι που σε δαγκώνουν τρυφερά με αθώο βλέμμα μέχρι να ματώσεις... όλα ένα κουβάρι! Αγκαλιάζεις ό,τι σε τρομάζει, σε βιάζει ότι αγάπησες!
Πως να ξεφύγεις; Υπήρξε άλλη επιλογή; Τι έφταιξε;
Φταίει ο ήλιος που ανατέλλει, φταίνε τα δέντρα που χάνουν τα φύλλα τους. Φταίνε τα ποτάμια που έχουνε νερό όπως φταίνε κι εκείνα που στερεύουν. Φταίνε αυτά τα μάτια, κάποια άλλα θα τα έβλεπαν όλα διαφορετικά. Φταίει που είναι Κυριακή! Αλήθεια! Τι είπες πως συνήθιζες να κάνεις τις Κυριακές;
Τι έκανα τις Κυριακές; Δεν νομίζω πως θυμάμαι, δεν θέλω...
Tuesday, February 20, 2007
Ένα ζευγάρι μάτια... τις Κυριακές.
Subscribe to:
Posts (Atom)