Πατώ με το ΄να μου πόδι στη γή και με το άλλο στο νερό. Ο αέρας φυσάει γύρω μου κι εγώ φτιαγμένη από φωτιά... που όμοια με την φωτιά μπορώ να δώσω ζωντάνια ή να καταστρέψω.
Αυτό είναι το μυστικό του να είσαι γυναίκα. Ως γυναίκα όμως, δεν ακολουθώ τη φύση μου, ούτε ζωή δίνω ούτε καταστρέφω... μόνο περιμένω. Περιμένω μια αγκαλιά αρσενική και δεν εννοώ μόνο στο παρουσιαστικό αλλά και στη ψυχή! Μια αγκαλιά γενναία να τυλιχτεί γύρω μου κοιτώντας με στα μάτια. Μέχρι τότε θα αναλλώνομαι στη φλόγα μου και συνήθως θα αντέχω, μια δυο φορές θα εκραγώ, δεν έχει σημασία.
Φυσικά και είναι πολύπλοκο! Τι νόμιζαν; Δεν είναι απλό να μπορείς... ν΄ αγαπάς! Δύσκολο είναι αλλά μόνο έτσι γεμίζεις...
Δεν το καταλαβαίνουν όσοι λούζονται με απόνερα. Όσοι ζουν σήμερα με το φόβο του χθές για το αύριο!
Απεύχονται! Θέλουν... αλλά δεν μπορούν να διαχειριστούν τα συναισθηματικά ζητήματα... Δεν είναι οι μόνοι, τους συντροφεύει όλη η ανθρωπότητα. Το μεγαλύτερο μέρος του παγκοσμίου θεάτρου καθώς και τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας λογοτεχνίας προσπαθούν να διαπραγματευτούν ακριβώς αυτό! Τη τέχνη όμως αν δεν την σπρώχνει ένας ψυχαναγκασμός δεν είναι αυθόρμητη, δεν είναι αληθινή. Ορισμένοι από αυτούς που κάνουν ωραία τέχνη, κρύβονται πίσω από τα φουστάνια της, για να διαλλαλήσουν αυτό που δεν μπορούν να γίνουν, δείχνουν στους άλλους δρόμους που οι ίδιοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν και κάτω από τη φαινομενική τους αυτοπεποίθηση κρύβεται μια τεράστια ανεπάρκεια. Από το φόβο...
Φοβόμαστε να πληγωθούμε, όπως φοβόμαστε να ζήσουμε. Η καθησυχαστική υπεροψία του εγώ θα ζήσω για πάντα, θα φτάσω στους προορισμούς μου χωρίς να χρειαστεί να πάρω μέρος στο επικίνδυνο αυτό ταξίδι και φυσικά θα βρώ την ευτυχία χωρίς να κοπιάσω επειδή μου ανήκει, μου αξίζει και μου ανήκει. Για την ευτυχία δεν ξέρω, αλλά για ό,τι μας αξίζει... λέω πως θα το πάρουμε στο τέλος.
Ποιοί είναι όλοι αυτοί που έκαναν τη ζωή μου να μοιάζει με γαλλικό μικροαστικό μυθιστόρημα; Η μαντάμ ντε.. κάτι! Πως τους άφησα; Πως τους αφήνω;
Δεν τους ξεχνώ μα ούτε τους θυμάμαι! Δεν υποτάσσομαι στο παραλυτικό αναπόφευκτο που πλέκουν οι φοβίες. Θα ήθελα όμως να μπορώ να υποταχτώ σ΄ έναν δυνατό αγέρα!
"Θέλω να φυσάει δυνατά", είπα. "Να φυσάει για πάντα". Για πάντα... υπερβολική και υπερβολικά ανέτοιμη.
Να φυσάει όμως... η απόλυτη ανακούφιση... η μόνη ανακούφιση.
Να δροσίζει τις πληγές, να φέρνει σκουπιδάκια στα μάτια, αυτή τη φαιδρή δικαιολογία για τα δάκρυα, που δεν τη χρειάζομαι άλλο.
Να φυσήξει από μακρυά και να έρθει σε εμένα. Να του ομολογήσω την επιλογή, την ανάγκη και το πόσο πολύ... φύσηξε και δεν πρόλαβα, όπως ποτέ δεν προλαβαίνω.
Απρόσμενα έφτασε σαν παρωχυμένη προσδοκία που παραλίγο... παραλίγο να φέρει χαρά. Μου έκοψε τα λόγια... προσπάθησα πιο δυνατά, μα ο σαρωτικός του ψίθυρος σκέπασε τις κραυγές μου. Έμεινε μια ζοφερή ηχώ, μια μουντζούρα με πνιγμένα γιατί, που έχουν ξεπεράσει το στόχο τους προ πολλού, μας έχουν ξεπεράσει προ πολλού.
Και φυσάει... κι εγώ τραβιέμαι μακρυά του μα μένω ξοπίσω του. Αέρας είναι και είναι γύρω μου... με φέρει και μ΄ επιδεικνύει με το δαχτυλό του και δικαιώνει τα πάντα εναντίον μου. Πλέκει ιδιότροπα, αισχρά αστεία, με σκοπό να τακτοποιεί τα ενδεχόμενα σε γνωστές περιπτώσεις. Κάνει αναφορές σε τσιτάτα και εκφράσεις από αυτές που αγοράζονται στις εκπτώσεις και καταλαγιάζουν τις συναισθηματικές ανησυχίες, και βρίσκουν τρόπους διαφυγής απο τα αδιέξοδα που καταστρώνει ο Μέγας - νούς.
Σαν όλους τους σιγουρατζήδες και ο αέρας γίνεται μανιακός των αδιεξόδων και τα βλέπει παντού. Και φυσικά είναι τρομερά και απίστευτα αδιέξοδα που θα έπρεπε εξ' αρχής να αποφύγουμε να εμπλακούμε σε αυτά. Αδιέξοδα που... για φαντάσου... δεν οδηγούν πουθενά. Απολύτως πουθενά και πάμε παραπέρα...
Δημιουργεί έτσι κάποιο φαντασματικό βάθος που δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μικρό τέχνασμα της προοπτικής, ίσα για να χρειαστεί να πάει παραπέρα... να ξαναβρεί τη μεγαλοπρεπή του θέση στο σύμπαν!
Δεν είμαι ψωροπερήφανη, τους αφήνω αυτή την ικανοποίηση!
Τους αφήνω να κρατήσουν αυτές τις τελματωμένες εικόνες της παραλληρηματικής οπτικής που ευτυχώς, παρόλο που κινδύνεψα, με κανέναν τρόπο δεν έκανα δικές μου. Τι κι αν κάποιοι τις υπέγραψαν με το όνομα μου, δεν χάλασε κι ο κόσμος! Έχω κι εγώ ταλέντο...
"Κανείς δεν άξιζε τα δακρυά μου... κι αυτός που θα τα αξίζει δεν θα με κάνει ποτέ να κλάψω". Τι νόστιμο... σιγουρατζίδικο!
Μόνο που καμιά φορά... ο αέρας, με σπρώχνει στις εστίες του πόνου, για να βλέπω, να εξετάζω και να επανεξετάζω εμβρόντητη τις ταχυδακτυλουργικές, κατά προσέγγιση αλήθειες. Και βλέπω χτυπήματα που φέρνουν κι άλλα χτυπήματα για να μη μου λείψουν, να έχω για καιρό! Και για να μη χαίρομαι που μπήκα στο δρόμο της ίασης, με βιάζει για να εγκυμονώ ξυράφια, αγκάθια και ό,τι μπορεί να κάνει τις πληγές λίγο πιο βαθιές, ως ότου όλα να πεθάνουν μες στο δρόμο. Το ψυχορράγημα έδειχνε πάντα τόσο γραφικό!!!
Και όλα του... πεθαμένα, ψευδή και εσφαλμένα, φυλαγμένα από τη λύπη για να τα φορώ, να διδαχτώ!
Να διδαχτώ; ... αυτά που έχω υπογράψει με τη ζωή μου; Εντάξει λοιπόν...
Εντελώς παράλογα δε με ενοχλεί.
Επιμένω να θέλω να φυσάει, να τυλίγομαι στις φλόγες, στις απάτες και στις αυταπάτες.
Δεν είναι πως δεν καταλαβαίνω, είναι που δε με νοιάζει. Είναι που η ουσία ήταν πάντα το ζητούμενο για μένα κι ας μου τη σερβίρανε πάντοτε με φρίκες και οδύνες. Θα εξακαλουθώ να την επιλέγω.
Την ουσία, την για τους πολλούς περιττή, αυτή που πέφτει πρώτη... και πέφτω στη μέση του δρόμου και κοιμάμαι.
Κι όταν ξυπνώ υποκρίνομαι πως ακόμα κοιμάμαι, προσπαθώντας να ανασυνθέσω τα όνειρα μήπως ο χρόνος μπερδευτεί κι όχι ο άερας. Ο χρόνος που δεν αποκάλυψε ποτέ κανένα μυστικό του. Που μας δίνεται μα δεν μας αναλογεί, που τον μετράμε μα δεν τον υπολογίζουμε!
Σαν το λίγο χρόνο που ήθελα για να γίνει ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Όμως εγκαταλείφθηκε σαν ποίημα εκπεφρασμένο και ανέκφραστο.
Σαν τους στίχους που την τελευταία στιγμή έχασαν το δρόμο για τη μουσική τους.
Φυσάει ακόμα ωστόσο... και με κερνάει ένα φιλί με γεύση από Κάντιο και σταφύλι.
Και για το τέλος μου χαρίζει μια αγκαλιά που αφήνει αίσθηση... λίγο καλύτερη από λιθοβολισμό.
Με ξεγελάει ο άερας και φεύγει ψιθυρίζωντας τα λόγια ενός τραγουδιού που λέει:
"Μ΄ ένα δίχρωμο φιλί που γελάει
σε ξεγέλασα μικρή μου..."
Ένιωσα πάνω μου τα χείλη που έφεραν το σκοπό αυτό στο δρόμο μου και είπα:
"Δε θα διαφωνήσω, με ξεγέλασες είναι αλήθεια... για λίγο μόνο.
Το πλήρωσες ταυτόχρονα... ξεγελάστηκες για πάντα."
Άκουγα τη μουσική να χάνεται στο βάθος και με έπιασαν γέλια ώσπου έπεσε ο αέρας...
η νύχτα έπεσε και το φεγγάρι στάθηκε από πάνω μου.
Εγώ ακίνητη, ξαπλωμένη μέσα στο δρόμο. Αυτό ακίνητο κρεμασμένο στον ουρανό.
Δεν ξέρω αν έφυγα ψηλά ή αν αυτό χαμήλωσε τόσο, αλλά βρεθήκαμε τόσο κοντά που μας χώριζε κάτι ελάχιστο από το τίποτα. Κοιταζόμασταν και κρύβαμε ένα πονηρό χαμόγελο στην άκρη των ματιών μας, από αυτά που δεν διαχειρίζονται εύκολα οι άνθρωποι. Απο αυτά που κρύβουν τη φράση "Τι θα κάνω εγώ με σένα", εννοώντας "εν δυνάμει... τα πάντα".
Το χάζευα, σαν μαγεμένη, με ολόκληρο το κορμί μου μουδιασμένο και χίλιες και μια σκέψεις να χορεύουν στο κεφάλι μου.
Σε μια στιγμή το ρώτησα:
" Υπάρχει η ευτυχία;"
" Όχι."
"Άν απλά δεν την είδες;"
"Εσύ; Εσυ την είδες;"
" Όχι δεν συστηθήκαμε ποτέ, ούτε τυχαία!"
" Δεν υπάρχει ευτυχία κοριτσάκι, στιγμές μόνο... στιγμές που πεισματικά διαφεύγουν."
"Κι από αυτούς που πάνε παραπέρα;"
"Ειδικά από αυτούς... και παραπέρα το ίδιο γίνεται. Δεν είναι τυχαίο...Σίσσυφος!"
" Πόσες στιγμές μπορούν να κάνουν μια πραγματική ευτυχία."
" Κανείς δεν τολμά να πεί... μη...μη δε μπορείς!"
" Δύο στιγμές... μήπως έξι στιγμές;"
"Ό,τι κι αν πείς δεν ξέρεις τι λές. Αν έχεις ίχνος λογικής δεν θα ψάξεις αυτό που δεν υπάρχει. Μα κι αν υπήρχε και το έβρισκες τί θα το έκανες μόνη σου;"
"Τι μένει τότε;"
"Οι άνθρωποι... αυτοί δεν είναι αόριστες έννοιες. Φοβάσαι όπως όλοι, λίγο τον άλλον και πολύ την εικόνα σου στα μάτια του.
Μια αντανάκλαση φοβάσαι, την ίδια που όλοι φοβούνται και αυτό είναι όλο. Εκεί όμως που πονάς... μόνο εκεί θα βρείς αυτά που ζητάς."
Εγώ ακίνητη, ξαπλωμένη μες το δρόμο κι αυτό ακίνητο κρεμασμένο στον ουρανό. Δεν ξέρω αν πέταξα ή αν έπεσα. Κοιταζόμασταν βαθιά στα μάτια με λύπη και κατανόηση. Ήταν ο μάρτυρας των αυθεντικότερων στιγμών μου, των αρωματισμένων με μια ιδέα "ευτυχίας". Όπως τότε που έκανε πρεμιέρα στο καινούριο χρόνο βγαίνοντας φιλάρεσκα στον ουρανό μέρα μεσημέρι... και μείναμε μάγοι και επιστήμονες να το χαζεύουμε θαμπωμένοι, χωρίς καμία ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτα...
Όπως και τότε που με βρήκε το βράδυ να τραγουδάω και στα μαλλιά μου είχα βροχή και μυρωδιά από πευκοέλατα, στα μάτια μου την πιο λαμπρή ομίχλη, στα αυτιά μου χίλιες μελωδίες και... κι έπειτα όλοι οι ήχοι έγιναν τεράστιοι, κι ο πανικός... κεραυνοβόλος!
"Δεν αλλάζει ποτέ, δεν ωφελεί να ξημερώνει, πεθαίνεις και πονάω.."
Ο μάρτυράς μου κούνησε το κεφάλι σε μια ένδειξη διαφωνίας και χωρίς κανένα δισταγμό κύλησε στη τροχιά του και δεν τον έβλεπα πια.
"Πάει και το φεγγάρι... το έχασα κι αυτό!"
Τρυφερά και αλλόκοτα ο χρόνος μου χάϊδεψε τα μαλλιά... με γέρασε λιγάκι και είπε:
"Μη παραπονιέσαι και το φεγγάρι σε έχασε. Ό,τι χάνουμε μας χάνει..."
"Δεν είναι που νοιάζομαι... είναι που θα μπορούσα να το κοιτώ ώσπου να μου πέσουν τα μάτια..."
"Δεν θ΄ άξιζε να τα χάσεις για μια εικόνα."
"Δεν θα ήταν εικόνα, θα ήταν δράση... αυτό είναι που εγώ λέω ουσία."
Ο αέρας ξανάρθε κουβαλώντας στροβιλιζόμενα άνθη από ζωγραφισμένες μπουκαμβίλιες που για χάρη μου ξερίζωσε. Τον ευχαρίστησα μ΄ ένα φιλί για αντίο ή καληνύχτα.
Ύστερα μπερδεύτηκα για λίγο... νόμισα πως όλα είχανε γίνει παρόν, έτσι όπως θα έπρεπε πάντα να είναι... μα όταν κοίταξα γύρω μου δεν υπήρχε κανείς. Έφυγε και ο χρόνος.. ή ποτέ δεν ήρθε!
Ήμουν μόνη κι έτσι έμεινα να περιμένω το πρωί.
Μόλις ξημέρωσε... δεν υπήρχα πια...
Φυσούσε όμως...δυνατά!
Monday, June 11, 2007
Subscribe to:
Posts (Atom)