Friday, May 18, 2007

Sui generis!

Τι να πώ τώρα, συγγνώμη;
Δεν μετανιώνω! Όμως λυπάμαι. Λυπάμαι που δεν συγχρονίζομαι με την πραγματικότητα σας παρά ελάχιστα, ίσα το απαραίτητο για να περιέχομαι στο κόσμο. Τη συνειδητοποιώ λίγο πρίν ή αρκετά αργότερα. Και στις δυο περιπτώσεις, πολύ αργά! Το λίγο πρίν όταν συμβαίνει, είναι ειρωνικό, γιατί ίσα που δεν προλαβαίνεις!
Τα εχω δεί όλα να συμβαίνουν σε ευρωπαϊκές ταινίες. Η ζωή δεν είναι φιλμάκι, έτσι; Μου διαφεύγει εννίοτε!
Να υποθέσω πως η πραγματικότητα είναι η ουσιαστική αλήθεια όλων των αποτελεσμάτων όπου οι αφορμές και οι αιτίες δεν έχουν καμμία σημασία. Κι αν κάποιες φήμες αιτιών επικρατήσουν θα είναι μόνο επειδή είναι βολικές ή ακούγονται ωραία και αξίζουν ως φιλολογικά συμπεράσματα.
Να ουρλιάξω μια στιγμή και επιστρέφω...........................................................!!!!!!!!!!!!!
Μπορώ να συνηθίσω και να αποδεχτώ πολλά, γιατί διαθέτω προσαρμοστικότητα στους ανθρώπους, στο περιβάλλον, στη θερμοκρασία ως και στον χρόνο με τον οποίο δεν έχω και τις καλύτερες των σχέσεων! Συνηθίζω και αποδέχομαι αλλά δεν τα καταλαβαίνω όλα και ορισμένα δεν θα τα καταλάβω ποτέ ως φαίνεται.
Πως γίνεται άνθρωποι που έχουν μοιραστεί κάποιο όνειρο ή έρωτα ή ό,τιδήποτε τέλοσπάντων, να έρχεται μια μέρα και να τους βρίσκει πιο ξένους κι από αυτούς που ακόμα δεν γνωρίστηκαν και πως αυτή η προσποίηση να διαρκέσει για πάντα και για ποιό λόγο; Αδιαφορώ αν αυτό κάνουν οι άνθρωποι, δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνουν. Γιατί να μη μπορούν να πάνε σινεμά;
Μετά απο αυτή την ερώτηση έπεσε βαθιά σιωπή. Το γιατί το κατάλαβα μετά, όταν η πραγματικότητα εκείνης της στιγμής τοποθετήθηκε στο παρελθόν. Μόνο έτσι μπορούν να προχωρούν οι άνθρωποι όταν είναι αποφασισμένοι να προχωρήσουν με πείσμα και δύναμη!
Bravo Milord! ... γιαυτό σ΄ αγάπησα εσένα! Κατόπιν θυμήθηκα και δυο τρείς ακόμα λόγους και έπειτα τους ξέχασα όλους μαζί γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι που προχωρούν.
Πως όμως, να γνωρίσω κάποιον αποφεύγοντας τη σκέψη ότι μια μέρα ενδέχεται να γίνει πιο ξένος από τώρα που δεν τον ξέρω καθόλου, ενώ αν επιλέξω να μήν τον γνωρίσω τον καθιστώ ίσως για πάντα εν δυνάμει γνωστό.
Ποιόν να παρακαλέσω να με εξαιρέσει από το πείραμα αυτό; Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι καλό δείγμα, ούτε καν αντιπροσωπευτικό κακού δείγματος δεν είμαι. Ανά πάσα στιγμή κινδυνεύω να βαδίσω σε δρόμους αντίθετους με την κοινή πραγματικότητα και είμαι τόσο ανυποψίαστη και χωρίς καμία δικαιολογία που μάλλον ηλίθια πρέπει να είμαι... λες και κουβαλώ τη βλακεία ενός παιδιού, που την πάω δεν ξέρω!
Μοιάζω να κινούμαι ανάλογα με τις εποχές. Πράξεις παρακινημένες από τη διάθεση της στιγμής και του καιρού. Διαθέτω λογική... γιατί την φανερώνω σπάνια, δεν ξέρω! Όταν μάθω θα σας πώ. Γελάκια, χαρούλες και ένας φαινομενικά ελαφρός τρόπος για να κρύβεται η θλίψη που εκδήλωνα με δάκρυα, μελαγχολία και παραφορά. Γαμώ τη παραφορά μου μέσα! Κάποιοι θα θυμούνται, ε! λοιπόν, αυτό ήταν όλο το κακό και το μυστήριο. Τα γιατί είναι θολά αλλά αυτό είναι δική μου αγωνία. Και πως να πείσεις τον άλλον πως αυτό που από μακρυά μοιάζει με φτερό στον άνεμο δεν είναι. Γιατί να θελήσει κάποιος να τρέξει δίπλα στον άνεμο για να το πιάσει και να το διαπιστώσει. Ακόμα κι αν θελήσει ίσως να μη μπορεί.
Υπερεκτιμώ συχνά τις δυνατότητες των άλλων και όταν αγαπώ δεν βρίσκω ψεγάδι, μαντέψτε με τι έρχομαι αντιμέτωπη αμέσως μετά, με την πραγματικότητα. Θα ήταν ευκολότερα αν εισχωρούσα και εγώ μέσα σ΄ αυτή και γινόμουνα ένα μ΄ αυτή και με εσάς. Θα το ήθελα... όχι πολύ όμως, όχι στα αλήθεια.
Είναι σαν να περπατώ ανάμεσα σε δυο συστάδες δέντρων. Τα δέντρα στα αριστερά μου έχουν πράσινα φύλλα και στα δεξιά μου κόκκινα. Καμιά σειρά δεν είναι εξαιρετική, η ομορφιά της καθεμιανής αναδεικνύεται από την ύπαρξη της άλλης. Πως να διαλέξεις κάτι που είναι όμορφο εξαιτίας κάποιου άλλου. Και με τι καρδιά να ισοπεδώσεις αυτό το δίλλημα στην πραγματικότητα, θα μετατραπεί σε στεγνό διχασμό!
Σας θαυμάζω και σας ζηλεύω που είστε τόσο δυνατοί, τόσο ανατριχιαστικά πραγματικοί μες τη πραγματικότητα σας, τόσο ακλόνητοι! Καθορίζετε τα πάντα, από την τροχιά των άστρων μέχρι και το χαρακτήρα των συνανθρώπων σας, με απίστευτη γεωμετρική φαντασία και μαθηματική ακρίβεια, και κοιμάστε τυλιγμένοι στην έπαρση.
Υπάρχουν φορές που για να κάνεις λάθος χρειάζεται διπλή και τριπλή δύναμη, λές σε κάποιον "Μείνε.." και είναι σαν να ζητάς δροσιά ενώ κρυώνεις. Εγώ κράτω την έξαρση μου πάει πιό πολύ!
Ενδεχομένως να κάνω λάθος. Ενδεχομένως και να ψεύδομαι. Ενδεχομένως η πραγματικότητα σας να είναι το απόλυτο σωστό. Στη μη πραγματικότητα μου όμως μιλάμε στ΄ αλήθεια όταν δεν κινούνται τα χείλη. Και άν δεν χαμηλώνατε το βλέμμα θα προσέχατε πως σας κοιτώ κατευθείαν στα μάτια. Μπορώ και σας κοιτώ στα μάτια. Δεν έχω καβούκι να κλειστώ γιατί δεν έχω τίτλο να υπερασπίσω, ούτε κάν ψεύτικο.
Δε θα ξεχάσω ούτε τις αντιφάσεις στις οποίες πέφτω και θα χρησιμοποιήσω μια για να κλείσω. Πρίν κάποιο καιρό, πολύ ή λίγο, ένα λατρευτό ποίημα του Μπόρχες με έπεισε να κρατηθώ μακρυά από τις ευχές, ωστόσο θα κάνω μια τελευταία... ή προτελευταία!
Εύχομαι... Suerte! Αλλά όσο λιγότερη τόσο το καλύτερο για όλους.

Sunday, May 13, 2007

Μη φοβηθείς την Ευτυχία!


Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα έβαλε το γαλάζιο της φουστάνι και κατέβηκε στη θάλασσα. Έπαιζε τις σκέψεις της γιαλό γιαλό, ώσπου έφτασε στο βράχο που της άρεσε να κάθεται. Χαιρέτησε μ΄ενα νεύμα τη θάλασσα, δεν την είχε πια ανάγκη. Παρέα από συνήθεια θα τη χαρακτήριζε ωστόσο ευχάριστη. Τα κύματα δεν μπορούσαν πια να την αγκαλιάσουν... καθάρισε μ΄αυτά!
Έβγαλε απο τη τσάντα το καπνό της και έστριψε ένα τσιγάρο.
Όταν κάποιος έβγαινε από τη ζωή της άλλαζε τη μάρκα των τσιγάρων της, ασυναίσθητα. Αυτή τη φορά δεν το έκανε. Το παρατήρησε κάποιος κοντινός της και τη ρώτησε γιατί. "Δε ξέρω, του απάντησε, μου αρέσει αυτός ο καπνός". Κούνησε το κεφάλι του με ένα περίεργο χαμόγελο και της πέταξε, " Δεν υπήρξες ποτέ μαζί του γιαυτό". Κάτι πήγε να του πεί άλλα το μετάνιωσε. Το καταλάβαινε αυτό, της φάνηκε λάθος εν μέρει... και σωστό.
Κάποιος άλλος, παντελώς άγνωστος, τη ρώτησε γιατί είναι λυπημένη.
"Μια χαρά είμαι", του είπε απότομα κι αυτός την αποχαιρέτησε με τη φράση "Μην αφιερώνεσαι!".
Ανοιχτό βιβλίο οι άνθρωποι, σκέφτηκε, όλοι καταλαβαίνουν όλους. Εκτός κι αν νοιάζονται με ένα τρόπο. Τότε έρχεται το απόλυτο σκοτάδι. Μοιάζουμε με τους αρχαίους χρησμούς που έχουν τη τάση να ξεγελούν όποιον τους πλησιάζει με ενδιαφέρον. Δεν ξέρεις ποτέ τι πρέπει να κάνεις με τις διφορούμενες έννοιες, αν αυτά που ακούς πρέπει να τα πάρεις κατά γράμμα ή να τα λαβαίνεις με αντίθετο τρόπο.
Είχαν υπάρξει μαζί, όταν μοιραστήκανε γεύσεις, ιδέες, εικόνες, γνώση και έμπνευση. Υπήρξαν μαζί όταν ενώθηκαν τα κορμιά τους και για ελάχιστες στιγμές... οι ψυχές τους.
Δεν υπήρξαν ποτέ μαζί όταν ο καθένας τους δοκίμαζε τον εαυτό του και τον άλλον. Δεν υπήρξαν όταν δεν τα κατάφεραν να επικοινωνήσουν από άγνοια, επειδή δυσχεραίνει η λύση όταν δεν γνωρίζεις το πρόβλημα. Ψάχνωντας στα τυφλά να βρείς τι φταίει, κινδυνεύεις να βρεθείς εκτός θέματος. Το να κρύβεις αυτό που αληθινά συμβαίνει δεν διαφέρει και πολύ από το ψέμα, και είναι κάτι που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι στις σχέσεις τους. Χαμογέλασε γιατί αυτό ήταν μια μικρή κακία. Ήταν και η απόδειξη ωστόσο, για τις προθέσεις του καθενός. Εκεί που το μυαλό πρωτοστέκεται αυθόρμητα. Να επιβεβαιώσεις ή να διαψεύσεις ότι δεν πήγες στο φεγγάρι, δεν γίνεται. Ότι δεν ήθελες να πάς και ούτε κάν το σκέφτηκες, ακόμα χειρότερα. Είναι άλλο να μην ονομάζεις τα πράγματα και άλλο είναι να μην τα αναγνωριζεις!
Δεν λυπόταν για αυτά που έχασε, αλλά για αυτά που δεν πρόλαβε να δώσει.
Τα δώρα της αγάπης αν τα έχεις και τα κρατάς, σου καίνε τα χέρια!
Ίσως τα χρειαστεί αργότερα, σημασία έχει πως υπάρχουν. Θυμάται τότε που ήταν παγωμένη και φοβόταν πως δεν θα μπορέσει να αισθανθεί. Τότε που κάτι με το χρόνο δεν πήγαινε καλά. Ήταν μια περίοδο ανησυχίας και αναστάτωσης, εκκρεμούσαν όλα για μιαν απάντηση, ήθελε να καταλάβει τις ατέλειες της ζωής, γιατί συμβαίνουν τα συμβαίνοντα. Δεν καιγόταν για κάποιον συγκεκριμένα, μα για όλους γενικά. Παγιδευμένη από τις συνθήκες. Αιωρούταν και όλα αιωρούνταν γύρω της. Στην παραμικρή ιδέα συναισθήματος ένιωθε πως θα εκραγεί. Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν κι άλλο, έπαιρνε εκείνα τα ροζ χαπάκια που προσκαλούσαν τον ύπνο, όταν κι αυτός ξεχνούσε να πάει σ΄ εκείνη. Αφηνόταν να την πάρει από την πραγματικότητα και να τη ρίξει στη κίνηση. Την πήγαινε σε θάλασσες, σε σπηλιές και σε έναστρους ουρανούς. Έβλεπε γαλάζιες φωτιές και άκουγε εκρήξεις. Έπειτα την πήγε σε εκείνον. Κι όταν ξύπνησε και τον είδε να είναι ακόμα εκεί τότε άρχισε να κοιμάται εύκολα. Αιωρούταν και αυτό ήταν θλίψη. Έφτασε μια μέρα όπου ένας καταυγασμός τα έσπρωξε όλα να πάρουν τη σωστή τους θέση στο χώρο και στο χρόνο και αυτή πάτησε απαλά στο έδαφος. Στα πρώτα κιόλας βήματα βρήκε την τέλεια τεχνητή λίμνη που της άρμοζε να υποδεχτεί μια τέτοια θλίψη, και τη πέταξε με δύναμη από ψηλά. Όλα πήγαν καλά... και όλα χάθηκαν. Στη λίμνη τον ίδιο καιρό γλίστρισε και η αγάπη. Τίποτα δεν σώθηκε.
Το έκανε δύσκολο, αυτή που συνήθως τα άφηνε όλα εύκολα. Η αλήθεια της όμως, της υπέδειξε να δώσει μια μάχη. Έτσι κι έκανε, πάλεψε χωρίς φόβο και χωρίς εγωϊσμό. Προκειμένου να κατευθυνθεί προς την ευτυχία ήταν πολύ πιθανό να πέσει πάνω στη δυστυχία, κατοικούν στο ίδιο μέρος αυτές οι δυο. Ήταν αποφασισμένη να ρισκάρει κι έτρεξε με ορμή κατά πάνω τους και με κλειστά τα μάτια.
Έχασε... είχε βρεί τη δύναμη όμως να μη προτιμήσει το ασφαλές παγκάκι όπου η ζωή απλά περνάει. Αν δίνεις τη μάχη σου συνηδειτά ακόμη και η ήττα φέρνει χαρά, σκληρή και αληθινή χαρά. Δε μετανιώνει γιατί μπορεί να λέει πως έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια.
Έφερε στο μυαλό της την ώρα του αποχαιρετισμού, την τελευταία φορά που τον είδε. Τότε κατάλαβε τι είχε και τι δεν είχε, τι υποτίμησε και τι δε μπόρεσε να υποτιμήσει και ηρέμησε. Απαλά όπως βρέθηκαν χάθηκαν μα δε πειράζει, αυτό που εκείνος φοβήθηκε δεν υπήρχε.
Αυτό της θύμισε το πιάνο, το μόνο όργανο που χτυπάνε τις χορδές τόσο βίαια και τόσο βαθειά μέσα του, αυτή η οδύνη, η βία και το πάθος βγάζουν αυτή την μουσική που έχει γεύση από αίμα και έρωτα.
Ισως τελικά να αγαπάει τη ζωή πιο πολύ από ότι νόμιζε. Δεν είναι δυνατόν να σε πονάει κάτι για το οποίο αδιαφορείς. Μπορεί κατά βάθος να είναι ερωτευμένη και με τη ζωή.
Σηκώθηκε να φύγει, σκόνταψε σε ένα μαύρο βότσαλο που γυάλιζε στον ήλιο. Το έτριψε για λίγο ανάμεσα στα δάχτυλά της κι ένιωσε τη καυτή υγρασία της πέτρας. Πέταξε το βότσαλο πίσω της... δεν δίστασε στο πειρασμό να ρίξει μια ματιά.
Στο τέλος έρχεται ο χρόνος που επιβεβαιώνει τα πάντα και θα έρθει ο χρόνος όπου ο καθένας μας θα πάρει ό,τι του αξίζει και τι θα είναι αυτό, ποτέ δεν ξέρεις...